Μια Ψιχάλα για το Τέλος
Σχεδόν Όνειρο ενώ βρέχει
Βρέχει δυνατά καταμεσήμερο
Μια έγνοια οικιακής οικονομίας
Στο άψε σβήσε τρυπά το κεφάλι
Επάνω στη λουλουδάτη τέντα εξανεμίζεται
Λιώνοντας όπως ένα μπλε χαρτομάντιλο
Κάτω απ’ τα τακούνια της βροχής
Γκάζι πατά το πόδι νιαουρίζοντας στο καναρίνι
Τον κολακευμένο φύλακα του σπιτιού
Κραγιόν στο ασανσέρ χαρωπά κοκκινίζει τα χείλη
Εντός του μικρού θαλάμου ο καθρέφτης μπαρόκ
Υπερβολικό θα ήταν να αναχωρούσα ξανά όμως
Κρίμα που έχασα εκείνο το εννιάμερο στο Μαρόκο
Πολλά ζητώ και γλιστρούν, σήμερα, τα σκαλοπάτια
Στην έξοδο πατώντας το κουμπί, η ομπρέλα ανοίγει
Με κάνει να αισθάνομαι καθοδόν
Κυρία με ένα σκυλάκι ψηλά θυσιάζοντας
Καθοδηγούμενη από δυνάμεις εξ ουρανού
Πειστήριο ότι με έχω πάρει στα σοβαρά
Με το καινούριο πέτσινο Αγίας Πετρουπόλεως
Νιώθοντας μόλις υγρές τις κάλτσες στις μπότες
Εύχομαι προστασία υπέρ ημών και σκύλων χνουδωτών
Ζεστή ήταν η αγκαλιά στο όνειρο
Το χνούδι από το πόδι του σκύλου
Αργά, γύρω από το κεφάλι στρεφόταν
Μέχρι που έγινε χέρι και με αγκάλιασε
Φεγγάρι μου, είπες, ενώ αναζητούσα το δωμάτιο 1548
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΕΛΕΗΜΟΝΕΣ, ΕΛΕΗΘΗΣΟΝΤΑΙ
Να αμυνθείς, να κονταροχτυπηθείς στην υγειά της βροχής
Αλλά με το χλωμό ουρανό, το στενάχωρο από τα σύννεφα
Να υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη, δηλαδή αμοιβαίο ρίσκο
Τι σημαίνει αμοιβαίο, αμοιβαίο σημαίνει σύζευξη αντιθέσεων
Δυο ομπρέλες έρχονται αντίθετα σε στενό πεζοδρόμιο
Στήθη μυτερά του ουρανού θηλάζοντας το μυστήριο
Πόσο ακόμα θα μας τις βρέξεις ουρανέ
Ο ουρανός, από ψηλά, όλα τα βλέπει αμείλικτος
Πίνοντας γάλα, πολύ γάλα ευχαριστημένος
Στέλνει την Ίριδα βροχή μαντατοφόρο ύπνου
Δεν θέλω άλλο να βρέχομαι περπατώντας
Ξέχασα τα δαχτυλίδια μου σπίτι
Τα δάχτυλα πεινούν, δε διψούν
Ποιος θα σβήσει την πείνα των δαχτύλων για χάδια
Τρίβονται συνεχώς σε ένα στυλό που δεν έχει πού να πάει
Δαχτυλικά αποτυπώματα είναι ικανοί να πάρουν σε ένα μαύρο
Στη γωνία του δρόμου, μέσα στη βροχή, έξω από τη στάση
Με τα βλέμματα των αστυνομικών κι εγώ θα δυσφορούσα
Πολλοί, ξαφνικά, εναντίον ενός, για τη μαγκιά μαζεύτηκαν
Ουρανέ, μάζευε λίγο νερό στην τσέπη για τον καθρέφτη
Έρχονται δύσκολες μέρες, ακούμε στις ειδήσεις
Λιγότερες παραστάσεις, λιγότερες βροχοπτώσεις
Αν δεν έχεις να δώσεις άφθονο νερό στην οικουμένη
Δε θα στέκεσαι ούτε εσύ να κοιτάξεις τον εαυτό σου, ουρανέ
Στη στάση περιμένουμε το λεωφορείο σαν πιόνια του ντόμινο
Κάποιος, πιθανότατα, μπροστά στην οθόνη του, τώρα, θα πατάει enter
Και θα πέφτει η μία ιστοσελίδα κατακέφαλα επάνω στην άλλη
Ας πέσουμε, λοιπόν, κι εμείς μπροστά στα τζιπ τα Κολοκοτρωναίικα
Να δείξουμε στους Μίκυ Μάους πόσο άσχετοι είναι με το κέντρο της πόλης
Όχι, πάλι θα πρέπει να συναποφασίσουμε ότι θα παραμείνουμε μαζόχες
Να βλέπουμε το ένα κακόγουστο μετά το άλλο
Κάποιος ας μας προσφέρει ποπ κορν τουλάχιστον
Κόρνα ακούγεται ξαφνικά και πραγματικά δυσκολεύομαι να το πιστέψω
Μόλις ήρθε το λεωφορείο και πίσω τρέχει άλλος ένας για να προλάβει
Με τη γλώσσα έξω και ένα κασκόλ που του αντιμιλά στο λαιμό
Αποφεύγοντάς τον
Ανήρ γλωσσώδης
Ου μη κατευθυνθήσεται επί της γης
Επί του μέσου μαζικής μεταφοράς πολλά μπορούν να συμβούν
Η μία ομπρέλα, μετά την άλλη, στάζει στο λεωφορείο
Και οι μάσκαρα κάτω από τα μάτια στάζουν αλλά μικρό το κακό
Δεν έχουν δημόσιο αντίκτυπο πέρα από το γκόθικ σοκ για τα μάτια μας
Ακυρώνοντας το εισιτήριο βιαστικά σκέφτομαι πού θα βρω θέση
Τότε, όλως περιέργως, βγαίνει ο ήλιος αλλά συνεχίζει να βρέχει
Σε ένα φανάρι μπροστά στην ξαφνική καλοκαιρία
Ένας οδηγός περνά με κόκκινο κι ο άλλος τον μουντζώνει
Εγώ γελώ παίρνοντας το μέρος του καλού μουντζωτή
Τότε σκέφτομαι γιατί στην Ελλάδα υπάρχουν συμμαχίες
Επειδή υπάρχει η παρανομία ούτως ή άλλως, επομένως
Θα υπάρχει το διαίρει και βασίλευε στις καρδιές όλων
Κάποιοι θα παρανομούν και κάποιοι θα τους βρίζουν
Έτσι διατηρούνται οι δυναστείες και οι συμμαχίες
ΓΙΑ ΤΟ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΟΡΘΙΟΙ ΚΑΙ ΕΝΩΜΕΝΟΙ
ΑΛΥΣΙΔΕΣ ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΦΟΡΕΣΕΤΕ ΑΛΛΑ ΝΑ ΠΙΝΕΤΕ ΓΑΛΑ, ΠΟΛΥ ΓΑΛΑ
Στο λεωφορείο δε μιλά ένας άνθρωπος
Εξακολουθώ να ζητώ μια θέση σε παράθυρο
Όχι για τη θέα
Για να μη με σκουντά
Κάθε απρόσεχτος σαν να κρατά μπουκέτο
Κάθε ανεπιθύμητη βρεγμένη γάτα με λουλούδια
Δεν απευθύνονται σε μένα, γιατί να τα βλέπω
Τι μελαγχολικός εγωισμός, ουρανέ μου
Γιατί να πάω τον ώμο μου πιο έξω
Να πάει αυτός παραμέσα
Δε βρήκα θέση στο παράθυρο αλλά στο διάδρομο
Ενώ το χέρι από το σώμα βρίσκει παραέξω
Συνέβη όπως το περίμενα
Κάποιος περαστικός με σκούντηξε και με έβγαλε απ’ τις σκέψεις
Όπως όταν ψηφίζεις μικρό κόμμα γνωρίζοντας από πριν τη μοίρα
Με τα μάτια κλειστά πορεύσου εκεί που πηγαίνει το κύμα
Μην τυφλωθείς από τον ήλιο της κάλπης
Πρόσεχε πώς περπατάς μην έχουμε άλλα
Λακκούβες υπάρχουν εκεί που δεν το περιμένεις
Ιδίως τώρα με τη βροχή και ας είναι, ακόμη, νωρίς για βαρύ χειμώνα
Να μία λακκούβα και στη μέση ένας πεζός, αδύνατος, σαν καλαμάκι
Προσπαθεί να αντεπεξέλθει
Μύθε, μύθε είσαι εδώ; Μμ..
ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΤΟΥΡΙΣΜΟ, ΚΑΝΕΤΕ ΕΡΩΤΑ, ΔΙΚΤΥΩΘΕΙΤΕ
Στο διαδίκτυο υπάρχουν πολλά δίκτυα εργασιών
Από αυτά τα 150 μόνο ελέγχουν το 50% της ηλεκτρονικής πίτας
Αλήθεια δεν έχει ψωμί για όλους
Μια μπουκιά ακόμη σε παρακαλώ
Κάντο για μένα που σε αγαπώ
Δεν μπορώ να φάω άλλο
Να πας στο διαδίκτυο να ησυχάσω
Πιες την πορτοκαλάδα όλη και ύστερα ξανακοιμήσου
Εκεί στο διαδίκτυο μάλλον δεν σε βρίσκουν άνθρωποι
Αλλά υπολογιστές και ξύπνιοι νομάδες της πλάκας
Βλέπεις νούμερα αλλά δεν ξέρεις πόσοι άνθρωποι
Μπορεί να είναι ο ίδιος άνθρωπος με 40 υπολογιστές
Πολλοί υπολογιστές κάνουν ένα κεφάλαιο
Και τα δύο, σε ένα μαζί, κάνουν τη σφίγγα
Αν ζούσε σήμερα η σφίγγα θα ήταν ένας άνθρωπος με κεφάλαιο
Ή ένα χταπόδι που θα δίδασκε πολλαπλασιασμό
Και να σκεφτεί κανείς ότι ο πολλαπλασιασμός στο σχολείο
Ήταν η αγαπημένη μου πράξη
Είχα μάθει γρήγορα όλη την προπαίδεια απέξω
Κατάντησε, σήμερα, αυτό που θυμάμαι να το μισώ συγχρόνως
Αγαπώ να το μισώ, φαντάσου
Να είμαι με ανοιχτό τον υπολογιστή για να γράφω
Με αριστερό και δεξί, και τα δύο χέρια σε επιφυλακή
Είναι κουραστικό ο υπολογιστής να είναι συνέχεια ανοιχτός
Ακούγεται το ανεμιστηράκι εκνευριστικά κάθε φορά που πρέπει
Να δεξιώνεται το κείμενο τις διορθώσεις του
Ακόμη εδώ είναι αυτό το λεωφορείο, ανάσα
Έχω σκεφτεί τόσα και ακόμα στο ίδιο σημείο είμαστε
Κίνηση και βροχή, αλλιώς, υποφέροντας την Αθήνα
Μια φορά κάποιος μου είπε ότι είμαι έξυπνη
Δε βαριέστε, του είπα, πιάνοντας κότσο τα μαλλιά μου
Κι εγώ με τα ίδια λεωφορεία μετακινούμαι
Αλλά δε γέλασε καθόλου, τι κρίμα, αλήθεια
Έτσι έχουν μάθει να είναι οι άνθρωποι
Το χιούμορ έρχεται από άλλον πλανήτη
Ξέρετε, οι άνθρωποι αγαπούν να ταυτίζονται ο ένας με τον άλλο
Κάνοντας πλάκα και λέγοντας, για παράδειγμα, εντελώς ξαφνικά
Χάρηκα που σε γνώρισα, δεν ήξερα ότι είμαστε συνάδελφοι
Έχουν γνωρίσει, ο ένας τον άλλο, για μισή ώρα στο μεταξύ
Ενώ έξω ο ουρανός δεν έχει συμμορφωθεί και βρέχει
Από πού βγήκε το συμπέρασμα περί του συναδελφικού
Αναρωτιέμαι
Υπάρχουν συνάδελφοι
Ώστε είμαστε συνάδελφοι, ωραία, έχετε και μπαλκόνι που στάζει;
Σιγά μην το πω, δεν θα γελάσει κανείς
Και γιατί να επιθυμώ να γελάσει
Ο θεατής μου την ώρα που του μιλώ;
Δεν τον ξέρω για να είμαι σε θέση να προβλέψω
Τις αντιδράσεις του, έτσι είναι, ασφαλώς
Καθοδηγούμαι από μια φωνή που πέφτει σαν δώρο
Επάνω στον άλλο περιμένοντας κάτι
Χωρίς να ξέρω κι εγώ τι ακριβώς
Να μια φορά που το κάτι κυριολεκτικά ισχύει
Απευθυνόμενη σε ένα θεατή χωρίς πρόθεση
Σε ένα θεατή που θα ήθελα να τον κάνω να γελάσει
Ίσως θέλω να νιώθω χρήσιμη
Ίσως πάλι θέλω να τον θυμάμαι
Να μην τον πάρει η βροχή της καθημερινότητας μαζί της
Βρέχει και ευτυχώς αποκοιμήθηκαν τα έντομα
Εκείνες οι ενοχλητικές μύγες του μεσημεριού…
Καιρός είναι, από σήμερα, και τα σαλιγκάρια
Να κάνουν οχτάρια φανερά στα πεζοδρόμια
Επιτέλους άρχισε, ορατά, μια στιγμή αδυναμίας
Αν δεν πέθανε, ο συγγραφέας δε μας ενδιαφέρει
Παραπανίσια η ζωή του, να πάει να την παίξει
Κορώνα γράμματα στο λούνα Παρκ
Κι εγώ που διάβαζα ξανά και ξανά τα μηνύματά σου
Αντιμετωπίζοντάς σε κατά γράμμα
Σαν να κρατούσα ύποπτες επιστολές με το άρωμά σου
Τελείωσε η ανάγνωση και το βιβλίο επιβιβάστηκε
Στη βιβλιοθήκη, παίρνοντας και τις σημειώσεις μαζί του
Ξυπνώντας με την ιδέα ότι έχασα ένα βιβλίο από το ράφι
Ανάβω το φως και βλέπω εσένα να με κοιτάς
Μίλα μου, δεν έγινες εγκυκλοπαίδεια ή βιβλίο
Δεν ντύθηκες αποκριάτικα «σοφία» ούτε «νέα δυναστεία»
Αφού θέλεις να κοιμηθείς μόνος σου
Πρέπει να βρούμε μια λύση γρήγορα
Μισό λεπτό να σκεφτώ τα ενδεχόμενα
Στη μπανιέρα δεν πάω, κάθε φορά που βρέχει
Ξέρεις ότι, επειδή το ταβάνι στάζει, αγχώνομαι
Άσε που δε μου αρέσει και η κουρτίνα που έβαλες
Οπότε πηγαίνω να μπω στη ντουλάπα ολοταχώς
Εκεί είναι σκοτεινά, το προτιμώ χίλιες φορές
Ο κόπος των χειλιών σου να μένουν κλειστά
Είναι ολοφάνερος, στο αναγνωρίζω
Μη με κοιτάς χωρίς να λες τίποτε
Αυτό δε με εκπλήσσει, πια, καθόλου
Κάποτε έκανα έκπληξη στο μπαμπά που επέστρεφε μετά τη δουλειά
Κάθε φορά, γελώντας, στις τρεισήμισι παίζαμε σπίτι «ντουλάπα άνοιξε»
Τώρα δε μένουμε μαζί ο μπαμπάς, η μαμά, ο αδελφός μου κι εγώ
Και το παιχνίδι ντουλάπα άνοιξε δεν παίζεται πια, σταμάτησε να υπάρχει
Οι ντουλάπες, όμως, γενικότερα, είναι μυστήρια πλάσματα
Στη ντουλάπα μια φορά, αργά τη νύχτα
Είχαμε βρει έναν οικοδεσπότη όταν θέλαμε να τον χαιρετίσουμε
Ευχαριστώντας τον για το πάρτι, επειδή μας κάλεσε
Κι εκείνος, όπως ήταν φυσικό, χάρηκε για τις αρχές μας
Μας προσκάλεσε στην ντουλάπα μαζί του
Γίναμε ούτε και ξέρω ακριβώς τι στο σκοτάδι
Κολλήσαμε όλοι μαζί σαν ένα μεγάλο χταπόδι
Οχτώ ήμαστε; Ούτε που θυμάμαι ακριβώς πόσοι
Ώσπου κάτι άρχισε στη ντουλάπα να φωσφορίζει
Ήταν η αφύπνιση από το ρολόι του οικοδεσπότη
Ολοστρόγγυλο έφεγγε όπως βροντές στην πόρτα έπεφταν
Κοίτα πώς είναι αστέρι μου, μια φωνή ακουγόταν
Κι ύστερα έτρεξε λίγο αίμα
Αμέσως μετά ένα άγνωστο χέρι άνοιξε τη ντουλάπα
Προσφέροντας χορτόσουπα
Με στρας που είχαν πέσει απ’ το μανίκι του σουποχέρη
Εγώ, τότε, τους ρώτησα γλυκά
Αν έχουν κολυμπήσει με φεγγαρόφωτο στην παραλία
Του χωριού «Χόρτο», στο Πήλιο, που ο Όμηρος
Ονόμαζε «Εινοσίφυλλον»
Επειδή τα φύλλα του γίνονταν, όλα μαζί, ένα
Όχι, παράτα μας με τον Όμηρο, μου είπαν
Μα, είναι ώρα, τώρα, να ρωτάς τέτοια πράγματα;
Γιατί, απάντησα προσβεβλημένη
Παντού για την κλασική αρχαιότητα μιλάνε
Γιατί να μην πούμε και εμείς, εδώ, κάτι για τον Όμηρο;
Η κλασική αρχαιότητα ανέκαθεν αρέσει και στη δύση
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω
Έφαγαν τη σούπα τα μαλλιά μου
Δεν είναι σούρουπο ακόμη, όμως, με τη βροχή
Σαν να σουρούπωσε πρόωρα, μίκρυνε η μέρα
Μεγάλωσαν οι αποστάσεις μεταξύ μας
Μπερδεύει ο ένας τον άλλο, το ξέρω, πρέπει κάτι να κάνουμε
Αν σου δημιουργώ άγχος, είναι επειδή εσύ θέλεις να βλέπεις
Ότι σου δημιουργώ άγχος
Δεν είμαι η ραδιούργος αιτία για τα πάντα, ούτε και ρομπότ
Σώνει και καλά, αλλά έχω όλη την καλή διάθεση
Αν θέλεις, μπορούμε να παίξουμε ένα παιχνίδι
Να δέσουμε κόμπο τα μαλλιά μας
Κι ύστερα να κλείσουμε τα μάτια
Δεν θα είμαστε οι πρώτοι που θα το έχουν κάνει
Αλλά θα είναι ένας τρόπος να μείνουμε για λίγο
Μαζί, να αισθανθούμε ενωμένοι όπως παλιότερα
Χάθηκα, επιτέλους, αγνοώ σε ποιο σημείο είμαι
Το λεωφορείο δεν κάνει τίποτε για να με βοηθήσει
Μάλλον έκανα τον κύκλο της πόλης με κόκκινο κραγιόν
Χωρίς να το καταλάβω με το ίδιο εισιτήριο, σχεδόν νύχτωσε
Γυρίζω πίσω, βλέπω το Σύνταγμα με λίγους πια περαστικούς
Κοιτώ κάτω στο δρόμο, ούτε για δείγμα ένα ευρώ, μια καραμέλα
Μόνο στο όνειρο υπήρχε το χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ
Ακριβώς εκεί που ξεκινούσαν οι άσπρες γραμμές της διάβασης
Όλο νούμερα βλέπω στον ύπνο μου, τι να σημαίνει αυτό
ΣΤΡΩΣΤΕ ΑΣΠΡΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ, ΕΝΙΣΧΥΟΥΝ ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Και στο λεωφορείο πλέον είμαστε πολύ λίγοι, όλοι καθιστοί
Κοιτώ μια τις μπότες και μια έξω από το παράθυρο
Οι κάλτσες μου, τώρα, πρέπει να έχουν στεγνώσει
Α, το παράθυρο, άδειο είναι το διπλανό, για κοίτα
Μόλις, τώρα, συνειδητοποιώ ότι η θέση που ήθελα
Είναι ελεύθερη αλλά τώρα, πια, έχει χάσει την αξία της
Δε μου αρέσουν οι άνθρωποι που μετατοπίζονται συνέχεια
Ανεβοκατεβαίνοντας, στα λεωφορεία, από τη μία θέση στην άλλη
Είναι οι ίδιοι που αλλάζουν ποδοσφαιρικές ομάδες ή κόμματα
Επικίνδυνες διασυνδέσεις κάνει το μυαλό σας
Να το προσέξετε αυτό, δεσποινίς
Ποιο απ’ τα δύο, τις διασυνδέσεις ή το δεσποινίς;
Από μερικούς ανθρώπους μην περιμένεις ποτέ
Να ακούσεις αυτό που δεν βλέπεις στα μάτια τους
Ειλικρίνεια, ναι, δεν είναι δικαίωμα, είναι προνόμιο
Έξω οι δρόμοι δείχνουν να γλιστρούν επικίνδυνα
Κι ας πέφτουν μόνο ελάχιστες ψιχάλες
Πριν από το οριστικό σφύριγμα του τέλους
Αυτό το παιδί δεν έχει καλές προσλαμβάνουσες
Το ακούσαμε στη γύρα και αυτό το καθοριστικό σχόλιο
Όπως και το άλλο, θα επιστρέψουμε από την Αθήνα
Αεροπλανικώς…
Γυρεύοντας ένα ενδιαφέρον, το ιπτάμενο μάτι
Πέφτει επάνω σε πολλά
Ασφυκτικά, άσπρα μπαλόνια, έξω από ένα πολυκατάστημα
Του ετοιμάζουν εγκαίνια, καθώς φαίνεται, αλλά τη βροχή
Δεν την περίμεναν, ήταν έκπληξη
Δώρο δια του ουρανού εκπορευόμενο
Η κακογουστιά σε αυτήν την πόλη δεν έχει όριο
Ουρανέ μου, εσύ που βλέπεις τα πάντα
Όταν δεν είσαι απασχολημένος και βροχερός
Πώς αντέχεις; Θα ήθελα πολύ να μάθω
Δεν θα πάθω πάλι τα ίδια
Δεν θα ξεχάσω να πάρω την ομπρέλα
Φεύγοντας από το λεωφορείο
Μου το επαναλαμβάνω διαρκώς, έτσι πρέπει
Σε λίγο θα είμαι με πιτζάμες στο σπίτι βλέποντας
Το καναρίνι μου να κοιμάται ήσυχο
Με το κεφάλι μέσα στα πούπουλα
Δε βλέπω την ώρα να φτάσω κοντά του
Τι ώρα θα εμφανιστείς ποιος ξέρει
Ανακούφιση που σε βλέπω
Ασφαλώς δε σημαίνει ικανοποίηση
Και το αντίστροφο επίσης
Ικανοποίηση που σε βλέπω
Ασφαλώς δε σημαίνει ανακούφιση
Με αιφνιδιάζεις από φόβο να με ελέγχεις
Και από φόβο ότι δε με ελέγχεις τελικά
Καταλαβαίνεις, έτσι δεν είναι;
Το θέμα, η δυσκολία
Όχι, το πρόβλημα, όχι
Ποτέ δεν αναφέρουμε αυτή τη λέξη, «πρόβλημα»
Είναι ότι και νομίζεις και νιώθεις να απειλείσαι
Από εμένα που θα ήθελα να σε θυμάμαι λιγότερο
Δε γίνεται, απλούστατα επειδή, πάντα
Δεν κάνουμε αυτό που θέλουμε να κάνουμε
Μεγαλύτερος είσαι, θα έπρεπε αυτό να το ξέρεις
Αυτό τουλάχιστον θα έπρεπε να το ξέρεις
Τουλάχιστον, τώρα, αν δεν το ξέρεις, να το μάθεις
Να φέρεις το χρόνο που μου επέστρεψες για το τραπέζι
Αυτό το κρασί έχουμε να πιούμε απόψε στο δείπνο
Μην κάνεις σκέψεις δεύτερες, σε παρακαλώ
Έλα όπως είσαι, και αν επιμένεις για κάτι επιπλέον
Φέρε και το διστακτικό χαμόγελό σου
Αυτό μόνο, για μένα, είναι πολύ
Είναι ένας ήλιος με δόντια
Σε θέλω, εδώ, να κυλιόμαστε στο χώμα, χώνεψέ το
Τοπίο στον ήλιο, στην ομίχλη, τόπι στη θάλασσα
Ας ταξιδέψουμε στα πελάγη με έναν καημό
Ας βραχούμε επιδέξια τουλάχιστον από τα δύσκολα
Βροχή είναι το όνομα της παγκόσμιας θέλησης
Δεν μπορούμε να σταματήσουμε να θέλουμε
Γιατί πάντα θα υπάρχουν αντικείμενα
Διαρκώς να μας το θυμίζουν τριγύρω
Ενώ βρίσκεσαι μακριά μου και πιθανόν κοιμάσαι
Μουσική από τη φύση, σαν πρωινό γάλα
Είπα στα σύννεφα να σου προσφέρουν, πολύ γάλα
Να αλείψουν κι άλλο, με ύπνο, το κορμί σου
Επειδή δε μου χρωστάς τίποτε
Ούτε, ποτέ, μου χρωστούσες
Δεν έκανα έγκλημα, σε άφησα να κοιμηθείς περισσότερο
Περίεργο πάντα να συνδέουμε ερωτικούς με φυσικούς
Θανάτους σαν να μη θέλει το μυαλό να δεχτεί
Να παραδεχτεί ότι υφαίνει μια ζωή που του επιστράφηκε
Πονώντας από επιλογές στις οποίες αν μη τι άλλο
Συμμετείχε, είδε, κόλλησε τα νήματα μεταξύ τους
Και στα όνειρα ξέρουμε ότι δεν ησυχάζουμε
Παντρεύεται κάποιος κι ύστερα ρωτά
Αν βγαίνει δωρεάν το διαζύγιο
Εντός εικοσιτετραώρου
Ούτε καν σε ένα μήνα
Τι είναι το διαζύγιο, πανσέληνος;
Τι είναι τα όνειρα αν δεν είναι
Φαντασιώσεις και απωθημένες εικόνες
Φαντάσου πως
Με βάση τις τρελές ανησυχίες μας
Δε διαφέρουμε πολύ…
Όσο νομίζεις τελικά
Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο
Με την κλειστή ομπρέλα
Είμαι όπως ένα κλειστό όστρακο
Δύσκολο να εμπιστευτώ
Ενώ πέφτουν λίγες ψιχάλες μόνο
Μια ψιχάλα για το τέλος
Σχεδόν όνειρο ενώ βρέχει
Έχεις κάτι άλλο να προτείνεις;
Σύντομα θα ξυπνήσεις