5.4.11

Γιατί κάνετε ταινίες; Ο Μπέλα Ταρ εξηγεί...

Απάντηση σε ερώτηση του περιοδικού Liberation:
«Γιατί κάνετε ταινίες;»

Ακριβώς στο κέντρο ενός φαινομενικά ακατανόητου κόσμου, στην ηλικία των 32 μου χρόνων, η ερώτηση «γιατί κάνω ταινίες» μοιάζει χωρίς απάντηση. Δεν ξέρω.


Το μόνο που ξέρω είναι πως δεν μπορώ να κάνω ταινίες, αν οι άνθρωποι δε μου το επιτρέψουν. Χωρίς την εμπιστοσύνη τους και την οικονομική τους υποστήριξη, νιώθω σα να μην υπάρχω. Τον τελευταίο ενάμιση με δύο χρόνια της ζωής μου βίωσα μια κατάσταση εμφανούς απραξίας – δε μου δόθηκαν ευκαιρίες να πραγματοποιήσω τα σχέδιά μου μέσω των επίσημων διαδικασιών. Δυο επιλογές μου έμεναν: είτε να πεθάνω σταδιακά από ασφυξία είτε να αναζητήσω κάποια εναλλακτική λύση. Ακολούθησε μια εφιαλτική χρονιά, όπου παρακαλούσα για λεφτά και προσπαθούσα να ανακαλύψω αν ήταν δυνατό να κάνω ένα διαφορετικό τύπο ταινιών στην Ουγγαρία, που να μην εξαρτάται από τις καθιερωμένες και παραδοσιακές πηγές χρηματοδότησης.

Και όταν τα λεφτά επιτέλους βρέθηκαν και κατάφερα να δημιουργήσω μια ιδέα ευκαιρίες ξεγελώντας τον εαυτό μου ότι είμαι πλέον «ανεξάρτητος», τότε ήταν που εμβρόντητος συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει ούτε ανεξαρτησία ούτε ελευθερία, μόνο λεφτά και πολιτική. Δεν μπορείς ποτέ να ξεφύγεις από αυτά τα δυο. Αυτοί που σε χρηματοδοτούν, σε απειλούν κιόλας. Αυτό που απομένει είναι η υποχρέωση. Η ταινία πρέπει να γίνει. Απελπισμένος γραπώνεσαι από την πατερίτσα σου, την κάμερα, σαν να είναι η τελευταία της κουστωδίας μιας αλήθειας, που νόμιζες ότι υπήρχε. Αλλά τι αποτυπώνεται στο φιλμ, αν όλα είναι ένα ψέμα; Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από απολογητής για τα ψέματα, τις προδοσίες και την ανεντιμότητα.

Αλλά σ΄ αυτή την περίπτωση, γιατί να κάνω ταινίες; Οδηγούμαι σε εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς η αυτοπεποίθησή μου κλυδωνίζεται, το συνεργείο αραιώνει, γιατί το εγχείρημα μοιάζει αβέβαιο και δεν μπορώ να τους πληρώσω ικανοποιητικά. Και μένω με ένα γενικότερο συναίσθημα ανησυχίας. Έτσι, δραπετεύω από αυτή την κατάσταση απελπισίας σε μια άλλη: τον κινηματογράφο.

Πιθανότατα κάνω ταινίες για να προκαλέσω την τύχη, για να είμαι ταυτόχρονα ο πιο ταπεινωμένος και, για λίγες μόνο στιγμές, ο πιο ελεύθερος άνθρωπος στον κόσμο. Απεχθάνομαι τις ιστορίες, καθώς παραπλανούν τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι κάτι έχει συμβεί. Στην πραγματικότητα, τίποτα δε συμβαίνει, καθώς γλιστράμε από τη μια κατάσταση στην άλλη. Γιατί σήμερα υπάρχουν μόνο καταστάσεις, όλες οι ιστορίες έχουν γίνει χυδαίες και μπανάλ. Το μόνο που απομένει είναι ο χρόνος. Αυτό είναι πιθανότατα το μόνο γνήσιο πράγμα – ο χρόνος αυτός καθαυτός: τα χρόνια, οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα. Και ο φιλμικός χρόνος έπαψε να υπάρχει από τη στιγμή που το ίδιο το φιλμ έπαψε να υπάρχει. Ευτυχώς, δεν υπάρχει αυθεντική φόρμα ή μια κυρίαρχη τάση. Κάποιο είδος μαζικής συνειδητοποίησης, μια αναζήτηση της δικής μας ψυχής, θα μπορούσε να ελαφρύνει την κατάσταση. Ή να μας σκοτώσει.

Θα μπορούσαμε να πεθάνουμε αν δεν ήταν δυνατό να γυρίσουμε ταινίες ή θα μπορούσαμε να πεθάνουμε επειδή κάνουμε ταινίες. Αλλά δεν υπάρχει διαφυγή. Οι ταινίες είναι το μοναδικό μέσα πιστοποίησης της ζωής μας. Τελικά, τίποτα δεν απομένει από μας, εκτός από τα έργα μας – ρολλά σελιλόιντ με τις σκιές μας περιπλανώνται προς αναζήτηση της αλήθειας και της ανθρώπινης φύσης μέχρις εσχάτων. Πραγματικά, δεν ξέρω γιατί κάνω ταινίες. Ίσως για να επιβιώσω, επειδή ακόμα θέλω να ζήσω, τουλάχιστον λίγο περισσότερο…

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του Κολαστηρίου.

Μπέλα Ταρ,
Μάρτιος 1987

*
"ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ",
η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΑΙΝΙΑ του ΜΠΕΛΑ ΤΑΡ, η οποία βραβεύτηκε με ΑΡΓΥΡΗ ΑΡΚΤΟ στο πρόσφατο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ, κυκλοφορεί από την Πέμπτη 7 Απριλίου, σε ΠΡΩΤΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗ και στους κινηματογράφους:
ΑΑΒΟΡΑ (Ιπποκράτους 180 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι) τηλ.: 210-6462253, 210-6423271) ώρες: 19:15 και 22:00 και
ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ιερά Οδός 48 & Μεγ.Αλεξάνδρου 134-136, (ΜΕΤΡΟ Κεραμεικός) τηλ.: 210-3609695) ώρες: 19:00 και 22:00.

Open day, open possibilities...

3.4.11

Το άλογο του Τορίνο είναι η αναγκαία ζαριά για όλους

«Οι ταινίες του Μπέλα Ταρ μας θυμίζουν την παράξενη και πανέμορφη δυνατότητα του αφηγηματικού σινεμά που τόσο συχνά βρίσκεται πίσω από προβλέψιμες συμβάσεις και φόρμουλες.»
Τζιμ Τζάρμους

Αμεσολάβητο. Λαμπικάρει. Σκέτη κάθαρση. Επιθετικά, ρηματικά, ουσιαστικά, όπως και αν προσπαθήσουμε να το πιστοποιήσουμε, το έργο Το άλογο του Τορίνο, του Μπέλα Ταρ, είναι αυτό που χρειάζεται ο θεατής, για να εστιάσει στο κέντρο του, όποιο και αν είναι, από το γράψιμο μέχρι το σφουγγάρισμα. Μας διατρέχουν εικόνες, του ειδησεογραφικού παράλογου α-πολιτισμού. Η ταινία μόλις τελείωσε. Αυτόματα η τηλεοπτική πραγματικότητα επιστρέφει ειρωνικότατη. Φευγαλέα, βλέπω ένα ρεπορτάζ για το «νυχτοκάματο», στο αποψινό δελτίο του Alpha. Και ακούω την «ανεξήγητη» ερώτηση, «είναι ώρα αυτή, να πουλάει λουλούδια το παιδί;». Σε αυτό το πλαίσιο του παραλόγου, τυποποιείται, ως έγχρωμη, μια τρομερή αποβλάκωση, χωρίς όρια και για τον πυρετό του μικροφώνου. Ηθική κατήχηση, για την ώρα, λες και η πράξη, της παραβίασης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν είναι αυτόνομη, αλλά ετερόνομη, υπό τον χρονικό προσδιορισμό…τι κοινωνική διαπαιδαγώγηση που έχουν μερικοί, αφελείς μέσα στην άγνοιά τους. Κρατούν, τουλάχιστον, μικρόφωνο. Σε απόσταση, λοιπόν, από αυτήν την ειρωνική ματιά, της γλώσσας υπό την κράτηση της εικόνας, ο Μπέλα Ταρ δημιουργεί ανεξάρτητος και ελεύθερος. Έναν κόσμο για αφηρημένους που θυμούνται, δηλαδή, αισθάνονται. Φορούν παρωπίδες, μπροστά στα φευγαλέα θορυβώδη εικονίσματα, της τηλεοπτικής μεσολάβησης, και ανασύρουν τα κοιμισμένα και τοτινά. Τα ακούν σαν να βλέπουν τη μουσική μελωδία τους να ζωντανεύει και να ενσαρκώνεται στα αντικείμενα του προσωπικού χώρου τους.

Δεν είναι τυχαίο που ο Mihaly Vig (1966, Βουδαπέστη) είναι συνθέτης, σεναριογράφος, αλλά και ποιητής και ηθοποιός. Ο μόνιμος μουσικός συνθέτης του Μπέλα Ταρ, από το 1983, με συνεπήρε, απόγευμα Κυριακής, και παρακολούθησα την ταινία, Το άλογο του Τορίνο, σαν να συμμετείχα. Αποτέλεσμα αυτής, της «περίεργης» συμμετοχής, ένα ποίημα που σχηματιζόταν, χειρόγραφα, και ονόμασα «συνεχίζεται». Δεν ξέρω αν αυτό είναι αρκετό για να περιγράψει την ενεργητική κατάσταση, αμβλείας παρατήρησης, στη διάρκεια της οποίας τα πράγματα γίνονται και δεν χρειάζεται ούτε ιδεότυπος ούτε ηθικολογία.

Γνώρισα τον Ταρ, το 2007. Είχα δει Τον άνθρωπο από το Λονδίνο, τότε. Του είχα μιλήσει, και μετά, ζητώντας του ένα email, παρατήρησα, πώς έτρεμε το χέρι του, τη στιγμή που έγραφε. Φορούσε μαύρο πουλόβερ και έδειχνε απορροφημένος σε κάποιον άλλον κόσμο. Βλέποντας, σήμερα, Το άλογο του Τορίνο, ακούω ξανά το κλικ εκείνης της ανάμνησης. Και το πιο περίεργο, και παράδοξο συγχρόνως, είναι ότι το σημειωμένο email καταχωρήθηκε τυχαία, στο σημειωματάριο, αμέσως μετά κάποιες πρόχειρες, και εξίσου σγουρά γραμμένες, σημειώσεις μου για το Ουζμπεκιστάν. Πολύ περίεργο όταν ο τυχαίος συνδυασμός, διαφορετικών καταγεγραμμένων πραγμάτων, πρόκειται να επαληθευτεί, στη ζωή, και ο γραπτός χρόνος γίνεται ο χρόνος βιώσιμος, μέλλον επεισοδίων ξανά. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για εμπειρίες και σαρκώματα, μάλλον ας μιλήσουμε για το παράδοξο. Αφήνοντας κατά μέρος όποιο άπεπτο παράλογο, με αφοσίωση σε αυτό που πιστοποιείται και προσφέρεται για πέψη, άρα στον ίδιο τον κινηματογράφο, ο Ταρ προκαλεί να δούμε μέσα από την τοτινή ζαριά του Νίτσε, όπου το άλογο του 1889 εξελίσσεται σε ένα αναγκαίο αφηγηματικό παράλογο, παράδοξο αυτής της γκρίζας πραγματικότητας. Ο Νίτσε παίρνει στα χέρια του το λαιμό του χτυπημένου αλόγου και ύστερα από αυτό το περιστατικό, για τα υπόλοιπα δέκα χρόνια της ζωής του, μένει υπό τη φροντίδα της μητέρας του, μισότρελος. Όλα γυρίστηκαν απλώς με ένα 35άρι, σε ασπρόμαυρο φιλμ. Όλη η πορεία επιβίωσης, του πατέρα-αμαξά και της κόρης-επιμελήτριας, εξελίσσεται αργά. Μουσικά(εσωτερικά) και με το σφυροκόπημα του ανέμου(εξωτερικά). «Επειδή αυτή είναι η πραγματικότητα», ο Μπέλα Ταρ απάντησε στον κριτικό-συγγραφέα Stephane Bouquet, στην ερώτηση γιατί το γκρι κυριαρχεί στις ταινίες του.

«Κανείς δεν έμαθε για το άλογο», προλαβαίνει ο Ταρ να μας πει από την αρχή της ταινίας. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Γνωρίζοντας ότι οι ερωτήσεις έχουν μεγαλύτερη αξία από τις απαντήσεις, ο Ούγγρος σκηνοθέτης μας αφήνει με την ερώτηση, τι απέγινε το άλογο…με μία θύμηση χωρίς τέλος, μία ζαριά χωρίς όνομα. Καθώς ο θεατής διδάσκεται, να «κυβερνά» τον εαυτό του, σε ρόλο φιλοσόφου που είναι συμπτωματολόγος, τυπολόγος, γενεαλόγος. Πάω στον Ντελέζ, για να αντιγράψω (από το: Ο Νίτσε και η Φιλοσοφία, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 2002) : «αναγνωρίζουμε τη νιτσεϊκή τριάδα του ‘φιλοσόφου του μέλλοντος’: φιλόσοφος γιατρός(ο γιατρός ερμηνεύει τα συμπτώματα), φιλόσοφος καλλιτέχνης(ο καλλιτέχνης πλάθει τους τύπους), φιλόσοφος νομοθέτης(ο νομοθέτης καθορίζει τη σειρά, τη γενεαλογία)». Όχι ευχαριστώ;…ένοχοι, βάσει συμβολαίου, είμαστε ούτως ή άλλως, όλοι πάντως.


ΑΠΟ ΤΙΣ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2011 ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ
ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗ

ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ
Ουγγαρία/Γαλλία/Γερμανία/Ελβετία, 2011, 146′
Σκηνοθεσία: BELA TARR & AGNES HRANITZKY
Σενάριο: L. KRASZNAHORKAI, B. TARR
Παραγωγή: GABOR TENI, MARIE-PIERRE MACIA, JULIETTE LEPOUTRE, RUTH WALDBURGER, MARTIN HAGEMANN
Διεύθυνση φωτογραφίας: FRED KELEMEN
Μουσική: MIHALY VIG
Πρωταγωνιστούν: JANOS DERZSI, ERIKA BOK, MIHALY KORMOS, RISCI


Συνεχίζεται

Συνεχίζεται

Δεν είμαστε μόνοι, έχουμε την επίγνωση
Και ας δίνει ζωηρό φως ο ήλιος ακόμη
Το πέταγμα του χρόνου στο ανέπαφο άλλο
Με τρομάζει όπως ακούω τις ζεστές λέξεις
Πρωτομαγιά, παραλία, ηλιοθεραπεία
Αρχή του είναι, να μην έχει τέλος πράξεων
Τα περιθώρια αγγίζουν εμάς πάντοτε
Ανήκουμε σ’ ένα χώρο από περιστάσεις
Με φαιδρό το φως της νοσταλγίας μας ακόμη
Δεν πρόλαβα να νοσταλγήσω, δεν αισθάνομαι
Έγχρωμη μεταξύ έγχρωμων αποχωρώντας
Προς το αύριο, δεν προλαβαίνω να θυμάμαι
Τα προσωπικά μου αντικείμενα σήμερα
Δεν αποχωρίζομαι για τις αποστάσεις
Σκέφτομαι απλώς υπό την επήρεια αυτής
Της επίγνωσης που ελέγχει τη νέα δράση
Για αρχή σιωπώ, το μάταιο δεν αλλάζει
Αλλά πόσο θυμό από αυτό το πρόθεμα
Το «επί» εκλύει το σώμα πάλι, σαν δέντρο
Που έχει ριζώσει από λάμψη να φυσάει
Ο αέρας καταπάνω του, με σφρίγος όλος
Πρωτομαγιά, παραλία, ηλιοθεραπεία
Μπορείς να νοσταλγήσεις άραγε στο όρθιο
Από τη βία της λέξης την ίδια τη λέξη;
Το είδωλο της νοσταλγίας μου τρεμοπαίζει
Ίσως η εικόνα επανέλθει απότομα
Και το φως μαζί με τη μελωδία του χρόνου
Τελειώσει εκεί, σε περασμένα που κοίμισα

2.4.11

Καινούρια πολιτιστική εκπομπή: Μίμησις Πράξεως



κάθε Σάββατο βράδυ στην ΕΤ1 στις 24:00!

Το πέταγμα

Το 2004 είχαμε τους φιγουράτους Ολυμπιακούς. Είχαμε συμμετοχή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο γεγονός. Για ένα μήνα, φορούσα τη «στολή», άσπρο παντελόνι και μπλε μακό, και πήγαινα στο Καλλιμάρμαρο. Εκεί, πίσω από το στάδιο και το πράσινο, είχε στηθεί ολόκληρη υπερπαραγωγή από άσπρα σπίτια, μικρά κιβώτια ανθρώπινου προσωπικού, υπηρεσιών του ΟΤΕ και της Samsung. Τη δουλειά, στα άσπρα σπίτια, βρήκα τυχαία, μου πετάχτηκε στον αέρα. Ενώ έβγαινα, από το μετρό στην Άμυνα, ήρθε στο χέρι μου ένα φυλλάδιο. Εκεί που κάνω να το πετάξω, θεωρώντας το για διαφήμιση body line, body shine, -για solarium-, τελικά είδα ότι ήταν από την Manpower, και αφορούσε στους Ολυμπιακούς. Έτσι πήγα. Όλοι μέσα στα κιβώτια απολαμβάναμε μια περίοδο χάριτος. Υποτίθεται, ήμουν προϊσταμένη υπηρεσιών, αλλά δεν συνέβη να ζητήσουν τη βοήθειά μου, σε κάτι. Τότε η υφήλιος είχε στρέψει το βλέμμα στην Ελλάδα. Αυγουστιάτικα φεγγάρια, ξάστερες νύχτες. Τότε οι Έλληνες θυμόμασταν τους φίλους μας από παντού. Η φιλία σύνορα δεν είχε, το καλώδιο και το τηλέφωνο έφταναν για όλους και κανείς δεν θα λάμβανε το λογαριασμό στο σπίτι. Από τον Αύγουστο του 2004, όμως, δεν κράτησα επαφή με κανέναν, που γνώρισα στο Καλλιμάρμαρο. Προφανώς, αυτή η μαζική χαροποίηση δεν άφησε περιθώρια, να σκεφτούμε και να μοιραστούμε κάτι πιο ουσιαστικό. Ένα σημείωμα, στα κινέζικα, κράτησα μόνο, για σουβενίρ, από τον Γουέι, στον οποίο μάθαινα το «τι κάνεις» και μου απαντούσε με το αντίστοιχο «νι χάο μα»… Εκτός από τον Γουέι, τίποτε άλλο από το χρόνο που πέταξε.

Θυμάμαι, βέβαια, έναν Ελληναρά, που μάζευε όλα τα τεύχη του max και ήθελε να του φέρω ένα με μια, που έβριζε για τηλεοπτική ατάλαντη. Πώς, πού, γιατί, εγώ απλώς του είχα πει πως έγραφα στο voyager. Αλλά επειδή και τα δυο περιοδικά ήταν της ίδιας εκδοτικής οικογένειας, ήθελε στο τζάμπα τεύχος. Ένα πέταγμα έξω απ’ το κιβώτιο. Μπορεί να νόμισε ότι φιγουράρισε, κάπως έτσι, τον αντρισμό του. Ότι ήταν μεγάλος. Όλη η επιδεικτική τάση και βέβαια δεν ήταν για το τεύχος.

Στο τεύχος, του on board περιοδικού “Window”της ίδιας οικογένειας, Οκτώβριος-Δεκέμβριος του 2004, στη στήλη της τελευταίας σελίδας, τιμώμενος ήταν ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής. Στο «εισιτήριο με επιστροφή», συνηθιζόταν, όλοι να παραχωρούν κάτι προσωπικό τους. Εκείνος είχε προτιμήσει να δώσει τη διαπίστευσή του, από τους Ολυμπιακούς αγώνες. Στο επόμενο τεύχος, λοιπόν, του Ιανουαρίου-Μαρτίου 2005, για την ίδια στήλη, έπρεπε να βρούμε κάποιον σημαντικό εξίσου. Μα, ποιος να συγκριθεί μαζί του; Η εξαιρετική Μπαζάκα, με την οποία είχαν γίνει επαφές, και μέχρι σήμερα τοποθετείται σπαθί, ακόμη και για τα μέτρα του μνημονίου; Όχι, μου είπαν, άλλος. Έψαχνα οπότε κάποιον, που θεωρούσα εγώ σημαντικό και θα έπρεπε να πείσω και τους άλλους. Αν το ζύγιζα, το θέμα, τα πράγματα δυσκόλευαν. Ποιος να ζύγιζε περισσότερο σε real time; Αν το έβλεπα ηλικιακά, όμως, πιθανότητες υπήρχαν. Θα πρότεινα κάποιον μεγαλύτερο. Αλλά ο σεβασμός στην ηλικία του μεγαλύτερου, δεν είναι δικαίωμα. Είναι προνόμιο. Και ο μεγαλύτερος δεν πρέπει μόνο να φαίνεται. Πρέπει και να είναι.

Οπότε, θα το αντιμετώπιζα θεατρικά. Το συγγραφέα, τον είχα ήδη στο μυαλό μου, και ας μην ήταν αυτός που έγραψε «θεατρίνοι, είστε ψεύτες και προδότες, κατοικία είστε, για σκύλους αρουραίους, ερπετά, που γαβγίζουν και συρίζουν και σφυρίζουν, το ακούω καλά»… Είχε ήδη, από το 2001, γράψει για το θέατρο και τον τρόπο με τον οποίο το έβλεπε, και με αφορμή το μήνυμα της παγκόσμιας ημέρας Θεάτρου (27/3). Ήταν αισιόδοξος, κάνοντας τη σκέψη πως «το Θέατρο είναι δημιούργημα μιας ψυχικής ανάγκης του ανθρώπου που δε θα την αποβάλει ποτέ». Και έγραφε στο κείμενό του, μεταξύ άλλων, ότι «το Θέατρο εξελίχτηκε σε κοινωνικό φαινόμενο, αλλά, άρχισε σαν φυσικό φαινόμενο από τα χρόνια που ο πρωτόγονος ακόμα άνθρωπος άρχισε να απομνημονεύει τα βιώματά του και να τα αναπαριστά στη φαντασία του». Αυτός ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. «Πατριάρχη» του θεάτρου, κάποτε, τον ονόμασε η Μ. Τσουκαλά, αλλά κατά βάση ήταν ένας απλός άνθρωπος. Διότι, παρόλο που δεν γνωριζόμασταν, δέχτηκε την πρότασή μου και μου εμπιστεύτηκε το χειρόγραφό του, με τον όρο να το επιστρέψω στην Ακαδημία ή στη Βιβλιοθήκη, μέσα σε ένα φάκελο. Τόσο πράος, εκείνο το μεσημέρι που φύσαγε και το μπρίο του αέρα παρέσυρε το χαρτί, χαμογελαστός και περίεργος, να μάθει τι κάνω, τι διαβάζω. Έτσι τον γνώρισα, χειμώνα του 2004. Και προτού του επιστρέψω το χειρόγραφο, το έβγαλα και μια φωτοτυπία, «φακελώνοντας» τη συνάντηση στη μνήμη. Να βλέπω αναπάντεχα το «καλημέρα σας», όταν πέφτει η φωτοτυπία στα χέρια μου, και να θυμάμαι τη στιγμή. Αργότερα, μήνες μετά (το 2005), το χειρόγραφο αυτό ωρίμασε στο θεατρικό μονόλογο «Οι δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά», και παίχτηκε από τον Τάκη Βουτέρη, στο θέατρο Εξαρχείων της οδού Θεμιστοκλέους. Συγκινητικό.

Έκτοτε, μια φορά, στο οίκημα της Ντενίση, πέτυχα τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, αλλά από το βλέμμα του είδα πως δεν με θυμόταν. Και να θυμόταν, πάλι δεν αλλάζει. Στην οικολογική τέχνη, του θεάτρου, ξέρουν. Τα χωράφια της μνήμης είναι νωπά. Ακόμη, το πέταγμά του, από τη ζωή, αγγίζει εμάς εν ζωή. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα, ενώ βλέπω κάποιους ηθοποιούς-παρουσιαστές να αναμεταδίδουν πόκερ, σκέφτομαι πως και αυτοί ξέρουν. Και ας κοτσάρουν το «μας», -στη φράση «είδαμε τους παίκτες μας»- εκεί που δεν υπάρχει συνάντηση, συμμετοχή, μέθεξη παρά μόνο πληρωμή για να μη χαθεί η μόστρα στο γυαλί. Όλοι ξέρουν, πώς να κάνουν ένα πέταγμα, από το τότε στο τώρα, από το τώρα στο τότε, να χάνονται σε καταφύγια υπό την επίδραση του χρόνου. Οι «δύσκολες νύχτες» είναι το τίμημα μπροστά στη φαντασία, της αταξίας και της ακρότητας, την ίδια στιγμή που οι «ονειρολόγοι» θα έμοιαζαν με άχαρους παρουσιαστές σε ένα πόκερ της γυάλας. Στα χωράφια, καλύτερα, του απέραντου και της «Πολυνησίας». Εκεί που οι νήσοι εμπειρία-ιστορία-απορία μορφώνουν ανθρώπους, του πετάγματος και της θετικής ουτοπίας, και όχι μιας απολιθωμένης, σεβάσμιας κατά τα άλλα ηλικίας.

*(photo) Wassili Lepanto. Θετικές ουτοπίες
Χώρος:
Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς
Διάρκεια:
01/04/2011 - 01/05/2011
Χωράφια την Άνοιξη στην Γερμανία, 1993,
μικτή τεχνική, 38 Χ 58 εκ. Springtime fields in Germany, 1993, combined technique, 38 X 58 cm.

1.4.11

Σύμπραξη στο Gazarte, Δευτέρα 4 Απριλίου, 9 μ.μ.

Η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Άρης Σκιαδόπουλος σάς προσκαλούν σε μια συζήτηση-συνέντευξη
με τον συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα



Δευτέρα 4 Απριλίου 2011 και ώρα 9 μ.μ. | Μικρό αμφιθέατρο του Gazarte

Μετά το τέλος της συνέντευξης ο συγγραφέας θα απαντήσει στις ερωτήσεις των αναγνωστών.

Gazarte
Βουτάδων 32-34
Πλ. Γκαζιού