18.6.11

Ενοχές και συνένοχα θέματα με Χιλιανό άρωμα Σεπούλβεδα.

Ήταν Πέμπτη 16 Ιουνίου, οχτώ και μισή τριγύρω, στο Ινστιτούτο Cervantes. Στα κόκκινα καθίσματα βολεμένοι, περιμέναμε το Χιλιανό συγγραφέα Luis Sepúlveda. Πολύ σύντομα, μέσα από τις χειρονομίες, την κίνηση και την ομιλία του, θα γνωρίζαμε τον άνθρωπο Luis Sepúlveda. Μια νέα και ευρεία προοπτική στη μέχρι τώρα εικόνα, που είχαμε γι’ αυτόν, βασισμένη στην οπτική γωνία της αφήγησης, διέλυσε κάθε πρότερο δισταγμό. Ώστε, όσες ενοχές είχα, ενώ επέτρεπα στον εαυτό μου λίγη φυγή πραγματικότητας, εξαφανίστηκαν μεμιάς. Η ομιλία του Luis Sepúlveda αποτέλεσε μια ακόμη ένδειξη, ότι οι λογοτέχνες μπορούν και «μιλούν πολιτικά», όταν οι πολιτικοί κωφεύουν ή υποπίπτουν σε πολιτική τρομολαγνείας. Οι λογοτέχνες θίγουν το «συστηματικό ψέμα της εξουσίας», όταν δεν είναι Έλληνες, μεταξύ των κρατικοδίαιτων 32 «διανοουμένων». Η πραγματικότητα του Συντάγματος και η δυνατότητα, της ανάμνησης, από το Cervantes, έγιναν θέματα συνένοχα. Οι λέξεις ονομάτισαν την κατάσταση, τι απλούστερο; Ας προστρέξουμε, λοιπόν, σε εκείνους τους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών, που δεν διανοούνται παρά για να γίνονται μεταφραστές της ανθρώπινης αγωνίας παγκοσμίως, όταν οι καιροί το απαιτούν. Καθώς, ο Σεπούλβεδα δεν απέκρυψε, ότι το «να είσαι νέος σημαίνει να είσαι σε κίνδυνο». Ως εκ τούτου, ας τεθεί πώς αυτός ο κίνδυνος, ενώ μας υφαιρεί δυνατότητες, μας αφορά. Ας δούμε ποια πρέπει να είναι η στάση και ποιοι οι στόχοι όλων.

Όπως παρατήρησε και ο μεταφραστής, Αχιλλέας Κυριακίδης, «τα κείμενα του Sepúlveda σπαρταρούν από ζωή. Σπαρταρούν από αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο». Αυτή η αγάπη, πιθανότατα, ως αναγνώστες, μας παρέχει ασφάλεια. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης, εξαρχής, τόνισε πως «με τον Luis Sepúlveda αισθάνεσαι ασφαλής. Όλο το κακό έχει περάσει και το έχουν ξορκίσει οι άνθρωποι, με τα λόγια και τις πράξεις τους». Στο ίδιο πνεύμα, φιλικής ευγνωμοσύνης, βαθιάς εκτίμησης και ανεκτίμητης συμπάθειας, συνέχισε και ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης. Διερωτώμενος, τι τον «δένει» με τον Luis Sepúlveda, απέδωσε τη δύναμη της γραφής του στην οργή και στο χιούμορ. Εκτός από αυτή τη στάση γραφής, διττούς διάστασης, στη βάση της οποίας αποκαλύπτεται μια σχέση αναλογίας, με τη γραφή του Μάρκαρη, το χειμαρρώδες ταλέντο του Σεπούλβεδα, να λέει παραμύθια, χειραφετεί τη γραφή του, σύμφωνα πάντα με την τοποθέτηση του Μάρκαρη. Την παράσταση, φυσικά, έκλεψε ο τιμώμενος συγγραφέας. Διότι, δεν δίστασε να εκφράσει την αντίθεσή του, στην τάση των ημερών, οι πολλοί να «πληρώνουν τα σπασμένα» των λίγων προνομιούχων. Διότι, εξέφρασε την απεριόριστη αγάπη και το θαυμασμό του για τον Αργεντίνο συγγραφέα Julio Cortázar, ο οποίος κάποτε του είχε πει: «μην επιτρέπεις να σε αποκαλούν νέα υπόσχεση». Αυτός ο φόρος τιμής, στον Κορτάσαρ, δείχνει πόση σημασία έχει, να είναι διαβασμένος κάποιος, προτού εξελιχθεί ο ίδιος, από αναγνώστης σε συγγραφέα. Και τέλος, διότι σκάλισε τη μνήμη του έρωτα και του ποδοσφαίρου, γυρίζοντας στην εφηβεία, ετών 13. Επειδή, τότε, μια κοπέλα, τον είχε καλέσει στα γενέθλιά της, και εκείνος είχε φάει ατέλειωτες ώρες με τη σκέψη, τι δώρο να της κάνει. Καθώς έπαιζε ποδόσφαιρο, σκέφτηκε για δώρο, μια φωτογραφία της Χιλιανής ομάδας ποδοσφαίρου του 1962. Όταν την πήγε, λοιπόν, στην αγαπημένη του, εκείνη τον ευχαρίστησε και άφησε το δώρο σε μια γωνιά. «Άνοιξέ το», της είπε, για να πάρει την απάντηση, ότι προτιμά να τα ανοίγει, μόνη, στο τέλος. Επέμεινε ο Λουίς, ώσπου εκείνη άνοιξε το δώρο, και το κράτησε σαν «ψόφιο ποντίκι». Με τα πολλά, του είπε ότι δεν της άρεσε το ποδόσφαιρο. «Και τι σου αρέσει;», τη ρώτησε. Του απάντησε, λοιπόν, ότι της άρεσε η ποίηση. Φυσικά και δεν ξέρουμε αν αυτή η σχηματική ανάμνηση, της κοπέλας, υπήρξε συμβολικά καθοδηγητική, ώστε ο Λουίς Σεπούλβεδα να τραβήξει για την πορεία των γραμμάτων, διαβάζοντας περιπέτειες και διάφορους συγγραφείς, όπως τον Στήβενσον. Ξέρουμε όμως, μετά τη βραδιά στο Ινστιτούτο Cervantes, ότι ο Luis Sepúlveda, προσκεκλημένος μαζί με τη σύζυγό του, -την ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες- στο Γ' Ιβηροαμερικανικό Φεστιβάλ ΛΕΑ (Λογοτεχνία Εν Αθήναις), είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει στη φαντασία, στην ανθρώπινη κοινωνία, στη ζωή. Και γι’ αυτό η συνάντηση μαζί του όχι μόνο ήταν «εντός» πραγματικότητας, αλλά και διασφάλισε τη χαμένη δυνατότητα της κοινωνικής πραγματικότητας, να αισθανόμαστε πολίτες.
http://www.slideshare.net/katerina60/luis-sepulveda

*στη φωτογραφία, από αριστερά: Πέτρος Μάρκαρης, Λουίς Σεπούλβεδα, Αχιλλέας Κυριακίδης

11.6.11

Θα σε δω στο Σύνταγμα

Ζωή στο αίθριο, ζωή στο Σύνταγμα. Αυτή η ζωή στην πλατεία του παρόντος, η οποία αναδιαμορφώνεται και ρυθμίζεται από την αυτονομία του τυχαίου, θυμίζει κάτι από τα σχολικά μας χρόνια. Τότε που, συμμαθητές, μιλούσαμε με κάθε καρυδιάς καρύδι. Ίσως, και γι’ αυτό, βρέθηκα πάλι να αναρωτιέμαι, τι έγιναν οι παλιοί συμμαθητές, όλοι μαθητές του Γενικού Λυκείου Άσπρων Σπιτιών. Αναρωτήθηκα «και» γι’ αυτό, καθώς στο Σύνταγμα, μαζεύονται φοιτητές και μαθητές, που συζητούν για τα αρνητικά της παιδείας: για συγχωνεύσεις σε σχολεία και πανεπιστήμια, για μεθόδους διδασκαλίας και διδακτικό υλικό. Γνωστά τα προβλήματα, δυστυχώς, αν και δεν είναι «αινίγματα». Όταν στην Ελλάδα οι ανθρωπιστικές σπουδές υποβαθμίζονται όλο και περισσότερο, παρόλο που η αξία της κλασικής παιδείας υπερτονίζεται, όταν υιοθετείται το σχολείο του μέλλοντος, και οι σελίδες των σχολικών βιβλίων του δημοτικού θυμίζουν αντίστοιχες ιστοσελίδες, δεν είναι «αίνιγμα» που τα παιδιά, παρόλο που διαβάζουν πολλές ώρες, στην ουσία δυσκολεύονται να σκεφτούν, άρα να αξιοποιήσουν τη φαντασία τους, συνθέτοντας γνώσεις και συνδυάζοντας τις έννοιες με τις παραστάσεις. Στο πλαίσιο αυτό και η Άλκη Ζέη, το 2003 -19/01/2003, Ελευθεροτυπία- είχε πει σε συνέντευξή της, στη Σταυρούλα Παπασπύρου, ότι: «η κατάσταση είναι τραγική. Δεν θα 'θελα με τίποτε να πηγαίνουν τα εγγόνια μου σχολείο στην Ελλάδα». Παιδιά στο Σύνταγμα. Μηχανές έξω από τη Βουλή. Ανακοινώσεις με τη ντουντούκα και ξανά συνθήματα, και στο ρυθμό της μουσικής. Ο Παναγιώτης, με την κιθάρα, ο Κωστής ο ράπερ, ο Μιχάλης της νοηματικής, η Στέλλα της Σικελίας, ο διπλανός στο παγκάκι, που έχει ζήσει 25 χρόνια στο Άγιο Όρος. Τόσοι πολλοί και συγχρόνως διαφορετικοί. Ώστε, το γεγονός της τυχαίας συνάντησης, που γίνεται πράξη αποκάλυψης της διαφορετικότητας, διασφαλίζει και την ίδια την αυτονομία της πλατείας. Δεν είναι ο καθρέφτης της ζωής, απλώς. Είναι ο νόμος της ζωής, νόμος που συγχρόνως προϋποθέτει την ελευθερία. Σκέπτομαι τι νόημα έχουν οι συγκεντρώσεις. Κάποιοι ήδη μιλούν για γραφικότητες. Και όμως. Γυρίζω σπίτι και ανοίγω τον Κορνήλιο. Τον Καστοριάδη, που γυμνός καβάλα στο άλογο στην Τήνο, είχε πνεύμα ελεύθερο. Και συνάγουμε το συμπέρασμα, από τα Σεμινάρια για Την Ελληνική Ιδιαιτερότητα –εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2007- ότι η ιδέα της ελληνικότητας εναπόκειται στην ποίηση και στα Ομηρικά Έπη, αντί σε κάποιο θρησκευτικό κείμενο, στη Βίβλο ή στις Βέδες για παράδειγμα. Στην ελληνική περίπτωση, ισχύει η «φωνή» του ποιητή, του Ομήρου. Και, οπότε, πολύ ενδιαφέρων ο συλλογισμός, ότι με τον Οδυσσέα εντοπίζονται τα πρώτα ίχνη της δυτικότητας ή της λεγόμενης νεωτερικότητας. Καθώς, λοιπόν, στην Ιθάκη είναι γνωστό, ότι δεν φτάνουμε, είναι αστείο να διερωτηθούμε, ποιο είναι το νόημα των συγκεντρώσεων. Σαν να αποστασιοποιούμαστε διαρκώς από την ιδέα του νοήματος, και σαν να ξεχνάμε, ότι το νόημα «παράγεται». Εδώ και τώρα, ενώ είμαστε στην κατάσταση. Αλλιώς, γιατί να ισχύει η κυκλοθυμική διάθεση, της επόμενης ημέρας, έχοντας νους και σώμα συνειδητοποιήσει πως τα πράγματα είναι δύσκολα; Το μεγάλο ερώτημα είναι, πώς θα γίνουμε πολυμήχανοι. Προς την Ιθάκη του κοινωνικού-ιστορικού αλλά και του ριζικού-φαντασιακού κινούμαστε κάθε μέρα. Είτε πίσω από τα κλειστά παντζούρια, είτε μπροστά στην πλατεία. Στην πλατεία Συντάγματος, έχουν ήδη συγκεντρωθεί βιβλία, όπως Ο Φιλοξενούμενος του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη και ο Χρυσός Σκαραβαίος του Πόε. Κάποια στιγμή θα δημιουργηθεί και βιβλιοθήκη. Όποιος θέλει, μπορεί να προσφέρει ένα βιβλίο, που διάβασε και δεν του είναι απαραίτητο. Κι ύστερα, είναι στην κρίση του περαστικού να έρθει στην πλατεία, να ξεφυλλίσει ένα βιβλίο, να δει και να ακούσει. Και όποιος πει «μπα, δεν είναι τίποτε» ας μάθει: πέθανε το Τίποτε και άφησε διαθήκη, εσένανε ξετσίπωτε.

7.6.11

Σύνταγμα και αδιαχώρητο









Είναι Κυριακή, λίγο μετά τις έξι το απόγευμα. Περπατώ στην πλατεία Συντάγματος. Διόλου άσκοπα. Αντιθέτως, περνώ, μέσα από τον κόσμο, σαν να γέμιζα τα κενά ενός φανταστικού κύκλου. Ακόμη ο κόσμος δεν είναι ασφυκτικά πολύς, είναι όμως πολύς. Και το Σύνταγμα, για πρώτη φορά, μου μοιάζει με έναν κύκλο, μεγάλο και πηγαίο. Με τον πίδακα του σιντριβανιού του, να υψώνει γλώσσα. Η φωνή μας ενάντια στη σιωπή τους. Μέσα σε αυτούς, που θα φτάσουν, είναι και φίλοι. Ακόμη δεν έχω καταλάβει, ότι θα ανταμώσω με άλλους φίλους, από εκείνους που υπολόγιζα, εξαιτίας του αδιαχώρητου. «Δύσκολο να προσεγγιστούμε», θα μου γράψει, στο μήνυμα, ο Βαγγέλης. Καθώς, πράγματι, επικρατεί το αδιαχώρητο. Αυτό το αδιαχώρητο που κοιτά, από ψηλά, ένας ολομόναχα περίεργος, σε ένα μπαλκόνι, του King George, το βράδυ, παρόλο που τον έχουν σημαδέψει, εδώ και πολλή ώρα, τα πράσινα λέιζερ. Ποιος είναι αυτός ο παρατηρητής; Είναι αυτός που θα μιλά στο κινητό του, περιγράφοντας τα καθέκαστα. Τα γεγονότα, που ανήκουν αδιαίρετα και στις τριών ειδών μνήμες: στην εννοιολογική μνήμη-καθώς πάντα είναι στη φύση του ανθρώπου να προτάσσει έναν ιδεότυπο, απέναντι σε ένα σημαντικό γεγονός, ώστε να το θεωρητικοποιεί-, στην επεισοδιακή μνήμη-καθώς, γινόμαστε φορείς της κατάστασης, στην οποία συμμετέχουμε ολόκληροι, με φωνή, νου και σώμα- και στη διαδικαστική μνήμη-καθώς όλοι έχουμε, στο παρελθόν, παραβρεθεί σε διαδηλώσεις και πορείες, οπότε, από τότε, ανακαλούμε μια ανάλογη συμπεριφορά. Με μία φράση: Piazza Popolo, εδώ Σύνταγμα.

Από νωρίς, στη Μητροπόλεως, φτάνει η Καλλιτεχνική Ομάδα, με μάσκες και ο ένας πίσω από τον άλλον. Ανταλλάσσω βλέμματα μαζί τους. Έντονα τα βλέμματα, καθώς το υπόλοιπο πρόσωπο, πίσω από τη μάσκα, δεν διακρίνεται. Εξίσου αδιάκριτα, η ενέργεια της μέρας, που δεν θα ξεψυχήσει, μεταδίδεται από τον έναν «άγνωστο» στον άλλον. Αυτές είναι ιστορικές στιγμές. Ουπς, και ένα παπούτσι σημαδεύει τη Βουλή. Στο γέρμα του ήλιου, κοιτώ τη Βουλή και μου φαίνεται σαν μακέτα. Σαν να μην είναι αληθινό αυτό που βλέπω...

Κατηφορίζοντας, φτάνω στις ζωγραφιές των παιδιών. Μένω στης Ίριδας, που στη θέση του «ψωμιού» έχει γράψει «χαρά». Πράγματι. Μέχρι τώρα, γαλουχηθήκαμε με την ιδέα, ότι ξεπεράσαμε το ζήτημα της επιβίωσης, -εξ’ ου και η ανάγκη για πολιτισμό-, οπότε επικεντρωθήκαμε στην ικανοποίηση των ψυχικών αναγκών. Ποτέ ξανά, ως κοινωνία, δεν φτάσαμε σε ένα ανάλογο σημείο κρίσης, για να δούμε ότι και ο τρόπος πρόσληψης, της χαράς, κατέληξε να είναι ένα παράγωγο του καταναλωτισμού. Αφορμής δοθείσης, τα παιδικά δωμάτια, με τοίχους στο πνεύμα «του καλού παραμυθιού», για τους φόβους γονέων, να μην πλήττει το παιδί, κι ας εξυπακούεται ότι, εν τέλει, πλήττεται η φαντασία. Τα παιδιά των κινητών, ετών 9, είναι μια άλλη παράμετρος, του ίδιου προβλήματος. Καταναλωτισμός, επειδή η ασφάλεια προέχει. Αυτό λανσάρει το δυτικό παράλογο των σύγχρονων κοινωνιών, που σφίγγουν τα δόντια στα μέτρα. Παλιά η ιστορία. Η Εριφύλη, στη ζωγραφιά της, ζωγράφισε το χαμόγελο με δόντια. Πολύ ενδιαφέρον. Και γερά δόντια, και, ένα βήμα παραπέρα, με τη γνώση ότι, υπάρχει περιεχόμενο, εκτός από μορφή. «Όλοι έξω», γράφει η Εριφύλη.

Κάθομαι εκεί «έξω», κι εγώ. Γνωρίζω μια κυρία, που ζει στο Ανόβερο, όπως και η κόρη της. Μου λέει, ότι τα πράγματα στη Γερμανία είναι καλύτερα, εργασιακά, αλλά είναι ακριβά τα ενοίκια. Το ξέρουμε αυτό. Αλλά αν δεν κατέβαινα, στο Σύνταγμα, δεν θα είχαμε μιλήσει ποτέ. Και εδώ είναι η ουσία του θέματος, να γίνουμε στον άλλο πιο φιλόξενοι αντί για σκέτα ξένοι. Μιλώντας και μόνο. Από εκεί και πέρα, χρειάζονται πραγματικές τομές και όχι να βλέπουμε να ξεφυτρώνουν, πολιτικές σχολές, αντανακλαστικές, η μία της άλλης. «Δημοκρατική Συμμαχία» από τη μία, «Δημοκρατική Αριστερά» από την άλλη. Όπου ακούγεται πολλή «δημοκρατία», και μάλιστα επιθετικοποιημένη, μόνο επιφυλάξεις μπορούν να μου δημιουργούνται. Θολά νερά. Γεγονός είναι ότι, οι αποφάσεις, που καθορίζουν την οικονομία, σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι πολιτικές. Η λογική δεν εξουσιοδοτεί οικονομικά συστήματα, να διαβρώσουν, πρώτα την πολιτική και ύστερα την κοινωνία. Αλλιώς για ποια «απόφαση» γίνεται λόγος; Η απόφαση είναι λόγος, άρα πολιτική. Εκτός αν από πάνω μας υπάρχει ένας πλανήτης σκύλων ET που θέλουν να έρθουν στο Αιγαίο, μας αισθάνονται πιο κοντά τους, -από τους άλλους Ευρωπαίους- και θέλουν να γίνουμε φίλοι, να τους κάνουμε χωριάτικη και φραπέ με τη ματιά στο απέραντο κύμα.

5.6.11

Σύνταγμα και Ευρωπαϊκή συνείδηση

Βγήκε, από την κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι, φιρμάνι: «επιτρέπεται το σεξ στα κελιά της φυλακής»…Προφανώς ο Μπερλουσκόνι δεν τρέφει καμία εμπιστοσύνη πλέον στους δικηγόρους του. Είναι ένα από τα ανέκδοτα, που φιλοξενούνται σε ένα δημοσίευμα, στο εβδομαδιαίο έντυπο “L’ espresso” της 2ας Ιουνίου. Ενώ στη γειτονική μας χώρα, ετοιμάζονται να δηλώσουν «όχι» στην ιδιωτικοποίηση του νερού, αλλά και γενικότερα στα κακώς κείμενα της πολιτικής, ερχόμαστε να διαπιστώσουμε την κοινή συνιστώσα των προβλημάτων στην Ευρώπη. Σε μικρή κλίμακα, ακόμη και στην πλατεία Συντάγματος, το πρόβλημα, που εντοπίζεται, αφορά στη νοοτροπία μας. Παράδειγμα; Πάνω από τα σκαλιά, στην πλατεία Συντάγματος, το σουβλάκι έχει 1,5 €, αλλά κάτω από τα σκαλιά, στην πλατεία τριγύρω, έχει 1€. Γιατί δηλαδή αν φοράς πορτοκαλί μπλούζα, χρεώνεις 50 λεπτά το σουβλάκι περισσότερο; Γιατί στη Σικελία ο espresso έχει 80 λεπτά –από 70 που είχε- και σε εμάς έχει 3 €; Δεν υπάρχει απάντηση, καθώς δεν ισχύει παρά η λογική του συμφέροντος. Το παράλογο. Γι’ αυτό πάω, χτες βράδυ, κι εγώ, μετά το …ρεπορτάζ, στον κύριο με την πορτοκαλί μπλούζα και λέω: «συγνώμη, μου δίνετε επιπλέον ένα ευρώ». Δεν δίνω εξηγήσεις, παρόλα αυτά -και πρόθυμα μάλιστα- ο κύριος μου το δίνει. Δεν είναι το ένα ευρώ, είναι το άδικο και η επιπολαιότητα. Δυστυχώς, οι καταστάσεις απαιτούν από τους πολίτες ενίοτε να γινόμαστε ελεγκτές. Όπως στο Ε22, που ήμουν ψηλά χτες, και έβλεπα έκπληκτα μάτια οδηγών, να μας χαζεύουν από κάτω. Επιτέλους-για να λέμε και τα καλά- το διπλό και ανοιχτό επάνω Ε22 σε κάνει να το χαζεύεις. Live your summer days in E22. Η ταμπέλα μας έγραφε ΥΝΝ 9947. Όλα καλά. Μέχρι που άρχισαν κάποιοι να πετούν κορόμηλα. Ένα έπεσε και σε ένα μηχανάκι στα αριστερά μας. Ο μικρός γιος του οδηγού προκαλούσε τον άλλο μικρό δράστη να κατέβει κάτω. Φυσικά δεν κατέβαινε. Για να «του δείξει» ο άλλος, ο θιγμένος. Ο οδηγός μπαμπάς επιταχύνει και λέει στον οδηγό του Ε22 τι και πώς. Ακούγεται ανακοίνωση, του οδηγού, να κατέβουν κάτω αυτοί που ρίχνουν κορόμηλα. Χωρίς αποτέλεσμα η ανακοίνωση. Λήγει εκεί το θέμα. Και ενώ αργότερα μας πιάνουν οι πρώτες ψιχάλες, και αυτόματα ανοίγει το κάλυμμα της οροφής, στο νου μου έρχεται το έργο του Σικελού Leonardo Sciascia, “Il giorno de la civetta”- Adelphi edizioni, Milano 2011 («Η ημέρα της κουκουβάγιας»)-. Διόλου τυχαία, καθώς η ιστορία αρχίζει με ένα έγκλημα σε λεωφορείο και ο ανθυπασπιστής της αστυνομίας ζητά εξηγήσεις από τον οδηγό, του λεωφορείου, ο οποίος δηλώνει ότι πληρώνεται για να οδηγεί. Οι ρίψεις κορόμηλων –από τζάμπα μάγκες- δεν δείχνουν παρά το ίδιο πρόβλημα: τη νοοτροπία μας, στο είδωλο της οποίας αντανακλώνται οι κοιμισμένες συνειδήσεις.

2.6.11

Ναι, είμαστε στο πόδι…






Ευτυχώς που ταξιδεύουμε για να μην είμαστε μόνο…αγανακτισμένοι ή «πανευτυχεσμένοι», κατά το λογοπαίγνιο του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά και συνειδητοποιημένοι. Ο λόγος για το άρθρο, στο ιταλικό έντυπο "L' Espresso", που καταγράφει την κατάστασή μας. Μέσα σε όλα αυτά, στο χρονικό της λαϊκής ιστορίας, έρχεται να προστεθεί και η ανεκδοτολογική διατύπωση, στα ιταλικά, : «η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Γιώργου Παπανδρέου»… Σήμερα, για ένατη μέρα, συνεχίζεται η κινητοποίηση στο Σύνταγμα. Είναι γεγονός. Αυτές οι «ομαδοποιήσεις συνέχειας και συνέπειας» δείχνουν ότι, το οικονομικό είναι κοινωνικό. Μέχρι τώρα ακούγαμε ότι, στην Ελλάδα, κοινωνία πολιτών δεν υπάρχει. Τώρα, παρόλο που ξεκινά μια απόπειρα, και ο λαός αποδεικνύει ότι είναι ιστορικό υποκείμενο, συγχέεται σκόπιμα, σε ορισμένα κεντρικά δελτία ειδήσεων, η υποτιθέμενη επίθεση στη βουλή με το εκφρασμένο αίσθημα της γενικής άρνησης στα μέτρα. Το άρθρο, στα ιταλικά, του "L' espresso", είναι καταιγιστικό. Δεν υπάρχει δρόμος, υπάρχει ωμός διακανονισμός, να τα δίνουμε στις γερμανικές τράπεζες και στη Μέρκελ. Ο Βαρουφάκης, που ερωτήθηκε, αναφέρει ξεκάθαρα, ότι η Μέρκελ παγώνει τις διαδικασίες, για να κινηθούν τα Eurobonds, ή όποια άλλη ρύθμιση θα μπορούσε να αποβεί υπέρ μας. Αντί λοιπόν, να ενημερώνομαστε, γι’ αυτά, βλέπουμε, για παράδειγμα, στο κεντρικό δελτίο του Mega χτες, συζήτηση παραθύρων. Με την Λ. Κανέλλη- ευτυχώς που υπάρχει και μια νοήμων-, τη βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Σοφία Γιαννακά, η οποία αρχικά σπούδασε Αρχαία Ελληνικά και έγινε δημοσιογράφος(…) και τον Κώστα Τασούλα, της ΝΔ, από την ιστοσελίδα του οποίου δεν είναι ξεκάθαρο, τι ακριβώς έχει σπουδάσει. Και αυτοί, τώρα, μιλούν για την τρέχουσα κατάσταση. Ο μεν Τασούλας έχει «τη δική του… πρωτόγνωρη άποψη», και δεν είναι ανάγκη να συμφωνήσουν οι άλλοι, η δε Σοφία ορθή μιλά με αμήχανο ύφος, του τύπου «εγχειρίζω και προσέχω». Καμία αμεσότητα, καμία ειλικρίνεια. Όχι σαν τη Θεοχάρη, που είχε «τον ρομαντικό της περίπατο», φυγαδευμένη στον κήπο, και δήλωσε, ότι δεν την έβαλαν στη βουλή οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι. Μέσα στην ειλικρίνειά της, η συγκεκριμένη βουλευτής έδειξε και πόση μεγάλη εμπιστοσύνη τρέφει, για τον κοινοβουλευτικό θεσμό. Αλλά, βέβαια, αφού ήταν και ζωντανό, τώρα, αυτό, ούτε κιχ ακούστηκε από την Όλγα Τρέμη και τον Γιάννη Πρετεντέρη. Προφανώς και δείχνει η σιωπή, στην υπόνοια, τη συνωμοσία στο πρόβλημα. Στο σκάϊ άκουσα μόνο, ξεκάθαρα, τη διάκριση ανάμεσα στα περιορισμένα επεισόδια- ενδεχόμενα προβοκάτσια- και στις ομαδοποιήσεις των ημερών. Επειδή αυτό το κίνημα είναι «ακηδεμόνευτο, αδιαμεσολάβητο, ειρηνικό». Ναι είμαστε στο πόδι. Στο «είμαστε» χωρούν χιλιάδες μικρά ονόματα. Είναι η Στέλλα και ο Κώστας, ο ταξιτζής Ηλίας, και πολλοί άλλοι επίμονοι αίθριοι με ψυχή και φωνή.

Poesia di Fabio Messina in italiano/siciliano


Poesia di Fabio Messina in italiano/siciliano (1)