17.10.08

Το μεσογειακό είναι (;) πιο γλυκό

Τι κοινό έχουν ο Βόλος και η Μασσαλία; Το 2013 πώς πρόκειται να διαμορφωθούν τα πρόσωπα των δύο πόλεων; Στον Βόλο το 2013 θα διεξαχθούν οι μεσογειακοί αγώνες, ενώ το ίδιο έτος η Μασσαλία – η περίφημη Marseille- θα είναι πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Υποθέτω ότι στη Μασσαλία, η τυχόν διεξαγωγή πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος αερόστατων δεν θα επαφίεται μόνο στο προσωπικό γούστο του εκάστοτε Δημάρχου, ώστε να μπορεί να δηλώνει ‘‘εμένα για κάποιο λόγο δεν μου αρέσουν τα αερόστατα’’ και μετά στοπ. Επίσης εκεί, προφανώς δεν θα εκδίδονται από τον Πρόεδρο του σωματείου εργαζομένων ανακοινώσεις του τύπου ‘‘Παρακαλούνται για την υποδοχή του Πατριάρχη οι εργαζόμενοι να προσέλθουν με ένδυμα εξόδου και να μη λείπει κανείς’’, γεγονότα που έχουν πράγματι συμβεί στην πολιτιστική κατά τα άλλα Θεσσαλονίκη[1] το 1997. Από τότε μέχρι σήμερα, 11 χρόνια μετά, η θρησκευτική διαμεσολάβηση του δημόσιου χώρου εξακολουθεί να εμποδίζει τη στροφή προς ένα εναλλακτικό βίωμα της πόλης, δεν εμποδίζει όμως την ανάπτυξη μονάδων ξενόφερτου τουρισμού σε βάρος τόσο του περιβάλλοντος και της οικοσυνείδησης, όσο και σε βάρος της προσωπικής ιστορίας του τόπου.

Το colpo grosso, ή αλλιώς, «το σχέδιο»

Το σχέδιο να αποκτήσει ο Νομός Μαγνησίας με υπογραφή του μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιου από την πλευρά της εκκλησίας, στις Νηές Σούρπης, στο Πήλιο, γήπεδο γκολφ εν όψει των μεσογειακών αγώνων του 2013, δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με την προσωπογραφία της Μεσογείου . Δεν συνάδει ούτε και με το κλίμα της πόλης, αν λάβουμε υπόψη ότι ο Νομός Μαγνησίας είναι ένας από τους ελληνικούς Νομούς που αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο λειψυδρίας, ιδιαίτερα μετά τα μεγάλα οικολογικά εγκλήματα (αποξήρανση Κάρλας), τις επιπτώσεις των οποίων προσπαθούν ειδικοί να αναστρέψουν (με την ανασύσταση Κάρλας, το φράγμα Παναγιώτικου και τις λιμνοδεξαμενές). Πώς λοιπόν, η εταιρία Dolphin Capital Investors των κκ. Μίλτου Καμπουρίδη, Pierre Χαραλαμπίδη προτίθεται παρά τις επίμονες αντιδράσεις και ειδοποιήσεις των οικολογικών οργανώσεων ότι θέτουν την περιοχή σε μεγάλο κίνδυνο, πώς αυτή η εταιρία που είναι πλέον εισηγμένη στο AIM (εναλλακτική επενδυτική αγορά του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου) πρόκειται να υλοποιήσει αυτό το έργο, τη στιγμή που ένα γήπεδο γκολφ χρειάζεται 1 εκατομμύριο τόνους νερό το χρόνο για να συντηρηθεί; Η πληροφορία αυτή για το 1 εκ. τόνους δίνεται στην ιστοσελίδα http://www.cyprusgreens.org/golf.htm , καθώς και στην Κύπρο υπάρχει ανάλογο πρόβλημα με τα 14 γήπεδα γκολφ που η κυπριακή κυβέρνηση έχει προωθήσει. Να σημειωθεί ότι και οι εν λόγω επιχειρηματίες κκ. Καμπουρίδης και Χαραλαμπίδης, που δραστηριοποιούνται επενδύοντας στον κλάδο του real estate, είναι… Κύπριοι. Τυχαίο;

Και ακόμα δεν έχει ειπωθεί τίποτα. Δεν έχει επισημανθεί ότι ο ένας εκ των ιδρυτών της Dolphin Capital Investors (D.C.I), ο κ. Καμπουρίδης είναι συγγενής εξ αγχιστείας της υπουργού εξωτερικών κ. Μπακογιάννη, ως συμπέθερός[2] της. Δεν έχει επισημανθεί ότι αυτή η DCI ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 2005 από μια άλλη εταιρία, την Dolphin Capital Partners (D.C.P) και μια ομάδα 12 επενδυτών – σαν 12 Απόστολοι και αυτοί- με κυριότερο μέλος τη Fortress Investment Group, έναν παγκόσμιο ιδιωτικό όμιλο με περίπου 15 δισ δολλάρια υπό διαχείριση κεφάλαια. Ειδικότερα, αυτή η νέα λίστα μετοχών της D.C.I. μετά την εισαγωγή στο ΑΙΜ του Λονδίνου, αποτελείται από διάφορους βρετανικούς θεσμικούς επενδυτές και μάλιστα και από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος[3]. Επίσης, θυγατρικές της Dolphin Capital Investors (D.C.I) είναι η εταιρία Golfing Development A.E. καθώς και ο διαχειριστής του έργου Aristo Developers (Hellas) Α.Ε[4]. Αυτό, λοιπόν, το επενδυτικό σχήμα έχει επικεντρωθεί αποκλειστικά σε επενδύσεις σε οργανωμένα συγκροτήματα παραθεριστικών κατοικιών, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά γενικότερα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως Κύπρο, Κροατία και Τουρκία. Το όραμα, λοιπόν, για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τώρα που και νέες χώρες μπαίνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνοψίζεται, στην προκειμένη περίπτωση, σε μια γκολφική φαντασίωση – στην αιώνια και από ότι φαίνεται παγκόσμια εμμονή κάθε άντρα για μια μπάλα.

Βέβαια, το αγοραστικό κοινό της Dolphin Capital Investors (D.C.I) είναι άτομα που προέρχονται κυρίως από τη Βόρειο Ευρώπη και είτε έχουν συνταξιοδοτηθεί είτε αναζητούν εξοχικές κατοικίες για παραθερισμό. Η καταγωγή των αγοραστών από τη Βόρειο Ευρώπη… είναι γεγονός επίσης τυχαίο;

Ιστορία…

Στο σημείο αυτό πρέπει να ξαναδούμε την ιστορία του γκολφ. Η Μεσόγειος αρχικά δεν είχε ποτέ παράδοση στο γκολφ. Αντίθετα, το γκολφ ως παιχνίδι, σε μια πρωτόγονη μορφή του, άρχισε κατά βάση στη Σκωτία, στα μέσα του 15ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα, ανατολικά της Σκωτίας, χάρη στη βασιλική στήριξη. Ο βασιλιάς Κάρολος ο 1ος ανέβασε τη δημοτικότητα του αθλήματος στην Αγγλία και η βασίλισσα Μαίρη της Σκωτίας το εισήγαγε στη Γαλλία όπου σπούδαζε.

Πώς ξεκίνησε: Στη Σκωτία, σύμφωνα με μία θεωρία, όταν οι ψαράδες των ανατολικών ακτών, επέστρεφαν σπίτι, στον ελεύθερο χρόνο τους τοποθετούσαν στρογγυλά χαλίκια θάλασσας πάνω σε χορτάρι που εξείχε και τα χτυπούσαν προς τα μπρος με ξύλα-μπαστούνια. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, αυτή η διασκεδαστική ενασχόληση των Σκωτσέζων υπαινίσσεται την έννοια του bunker στη πρωτόγονη μορφή της.

Μάλιστα, υπάρχουν διάφορες μελέτες για το γκολφ. Στην αρχαία Ρώμη, το γκολφ των Ρωμαίων ήταν ένα παιχνίδι που ονομαζόταν paganica, που οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι διέδωσαν στην Ευρώπη. Πρόδρομος του παιχνιδιού θεωρείται το cambuca που παιζόταν στην Αγγλία στα μέσα του 14ου αιώνα και το jeu de mail που παιζόταν στην νότιο Γαλλία. Μία άλλη παραλλαγή του ήταν το chole, το οποίο εντοπίζεται στα μέσα του δεκάτου τετάρτου αιώνα και παιζόταν στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Η Ολλανδία όμως διεκδικεί την πατρότητα του γκολφ. Η επιχειρηματολογία στηρίζεται στο παιχνίδι κολβεν (kolven) ή kolf το οποίο παιζόταν στην βόρεια Ολλανδία. Σταδιακά προέκυψε το γνωστό γκολφ[5]. Το 1751 έγινε στη Σκωτία το πρώτο golf club (The Gentlemen Golfers of Leith) –εφόσον βέβαια έχει επικρατήσει πως τα αρχικά G.O.L.F σημαίνουν ‘‘GENTLEMEN ONLY LADIES FORBIDDEN’’, για ποιους ευγενείς κυρίους γίνεται λόγος όταν δεν υπάρχει διάδραση και επαφή με το γυναικείο φύλο(;)…άλλο ένα παράδοξο- και το 1764 δημιουργήθηκε το πρώτο γήπεδο 18 τρυπών, συμβατό της σημερινής μορφής γκολφικού γηπέδου. Το 1766 δημιουργείται και το πρώτο golf club εκτός Σκωτίας, στο Λονδίνο. Τώρα, πώς συνέβη πάλι, όπου Αγγλία και οι ΗΠΑ να ακολουθούν, άγνωστο, πάντως γεγονός είναι ότι σήμερα οι ΗΠΑ διαθέτουν τα μισά γήπεδα γκολφ στον κόσμο. Και έχει και συνέχεια. Η Ελληνική Ομοσπονδία Γκολφ ιδρύθηκε το 1981, την ίδια χρονιά που μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά για την ιστορία[6].

Σύγχρονη πραγματικότητα και σχέσεις ιδιοκτησίας

Είναι πια διαπίστωση ότι σε αυτή τη χώρα έχουμε απαγκιστρωθεί στην αρχαία Ελλάδα και ό,τι κάνουμε στη σύγχρονη εποχή, το έχουμε ήδη υποτιμήσει και αναγάγει σε ‘‘καρναβάλι με άρωμα λεβάντας’’. Σχετικά με το ζήτημα του γηπέδου γκολφ στις Νηές Σούρπης[7], στον ‘‘κόλπο της Λεβάντας’’ όπως έχει ονομάσει την περιοχή η Dolphin, ακόμη και το όνομα για το μέρος υποδηλώνει την ύποπτη φαντασίωση, αναμειγνύει το μυθικό με το πραγματικό, ακολούθως αναμειγνύει το γεωλογικό στοιχείο με το αντίστοιχο ψυχολογικό (λεβάντα=καθαριότητα=αρχοντιά). Πέρα από την ονομαστική μελέτη, τα στοιχεία είναι ήδη ανησυχητικά για το μέλλον του Νομού Μαγνησίας και του περιβάλλοντος ευρύτερα, εξαιτίας του υδροβόρου και ρυπογόνου γηπέδου γκολφ.

Ενημερωτικά, η ξενοδοχειακή αλυσίδα Kempinski, που υπέγραψε συμφωνία με την D.C.I θα αναλάβει τη διοίκηση του ‘‘Lavender Bay Golf Resort’’. Το ‘‘Kempinski Hotel Lavender Bay’’ πρόκειται να καταλαμβάνει έκταση 3 τ. χλμ. και θα είναι σε απόσταση 2χλμ. από την παραλία, σε μια εποχή που ο γκολφικός τουρισμός ευνοείται σε εμπορικά γήπεδα κοντά σε θάλασσα. Μάλιστα, η εν λόγω ξενοδοχειακή υπερπαραγωγή θα είναι κοντά σε δάσος! Και αναρωτιόμαστε: Η εκκλησιαστική παράδοση έγκειται στη δύναμη της εκκλησίας και των φορέων της να υπογράφουν συμφωνίες, να πουλούν κομμάτια γης και να παραχωρούν έναντι ενοικίου πολύ μεγαλύτερα; Είναι άμεση ανάγκη να διερευνηθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς και υπό ποιες συνθήκες ο μητροπολίτης Δημητριάδος υπέγραψε για τη συμφωνία με την εταιρία D.C.I. Σύμφωνα με λεχθέντα εκπροσώπων των εταιριών η μητρόπολη Δημητριάδος[8] έχει πουλήσει τα 1500 στρέμματα και έχει νοικιάσει τα υπόλοιπα 1500, τη δασική δηλαδή έκταση, για…99 χρόνια!! Γιατί ο κ. Ιγνάτιος δεν έχει δώσει στη δημοσιότητα τα συμβόλαια της αγοραπωλησίας; Ίσως επειδή η εκκλησία κάνει λόγο για πίστη αλλά δεν επιθυμεί το λόγο για την εμπιστοσύνη. Διότι στη μεν πίστη, είναι παθητική η στάση του ατόμου, στη δε εμπιστοσύνη, είναι αμιγώς ενεργητική εν όψει του ρίσκου και της δυνατότητας αμφισβήτησης.

Επιπλέον σημειώνεται και άλλη μία αρνητική εξέλιξη: η μετάπτωση του αθλητή σε τρέντυ καθημερινό ήρωα, με γυαλί ηλίου και λευκή αμφίεση. Το μεταμοντέρνο σώμα επιθυμεί να εργάζεται σαν να ήταν μυαλό, όχι μόνο σαν να είναι μυαλό, αλλά σαν να έχει προϋπάρξει και στην παρούσα κατάσταση είναι μόνο παθητικό, πλέον δεν είναι παρά ένα στημένο ερείπιο χωρίς ενεργό ρόλο. Το γκολφ δεν είναι τζόκινγκ, δεν απαιτεί αφοσίωση και δίαιτα. Το γκολφ είναι βολικό σαν τον περιστασιακό εραστή.

Συνοψίζοντας, οι θεματικές είναι: περιβάλλον, οικονομία, αθλητισμός και κέρδος. Και απέναντι στο κέρδος είναι ζήτημα αν τηρείται η προσωπογραφία των πόλεων, είναι ζήτημα αν διασώζεται η μεσογειακότητα[9] ή αν τελικά όλα παγκοσμιοποιούνται και δείχνουν τετριμμένα, βαρετά και άνοστα. Είναι ζήτημα αν η διαπολιτισμικότητα μπορεί να είναι εφικτή ως έννοια στην πράξη όταν οι οικονομικές παραγωγικές δυνάμεις και το παγκόσμιο σύστημα επιβάλλουν το νόμο του κεφαλαίου στην κοινωνία και αναγκάζουν τους πολίτες όχι μόνο να ζουν με αυτό αλλά να εξαρτώνται και από αυτό. Διότι, με αφορμή το κείμενο είναι εύκολο να καταδικάζουμε καταστάσεις, όταν όμως η τοπική κοινωνία επιθυμεί την εγκατάσταση της ξενοδοχειακής μονάδας καθώς η εταιρία υπόσχεται θέσεις εργασίας σε ανέργους, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Και θα δυσκόλευαν τα πράγματα ακόμη περισσότερο στην περίπτωση που υλοποιούνταν τελικά η κατασκευή και καταστρεφόταν με τα χρόνια το δάσος –το οποίο πλέον σταδιακά δεν θα ονομαζόταν δάσος αλλά δασική έκταση, ώσπου να καταλήξει σε σκέτη έκταση, άλλη μια τεχνική του επιθέτου να καταργεί το ουσιαστικό και την ιστορία του-. Θα χειροτέρευε η κατάσταση στην περίπτωση που η εν λόγω εταιρία έχανε μετοχές στο χρηματιστήριο και αναγκαστικά θα έπρεπε η μονάδα να κλείσει και ακολούθως οι εργαζόμενοι να ξαναγίνουν άνεργοι.

Φταίει που αντί για το δάσος βλέπουμε το δέντρο. Φταίει που δεν διαβλέπουμε.


[1] Για περισσότερες διασκεδαστικές δηλώσεις επισκεφτείτε:

http://www.maslias.eu/search?updated-min=2007-01-01T00%3A00%3A00-08%3A00&updated-max=2008-01-01T00%3A00%3A00-08%3A00&max-results=45

ο κ. Ροδόλφος Μασλίας είναι χείμαρρος. Συνιστώ και το βιβλίο του ‘‘Καινοστομίες ή κενοστομίες’’, Αθήνα, εκδόσεις Ιανός, έκδοση Οκτωβρίου 2005.

[4]http://www.taxydromos.gr/ArticleDetail.aspx?nodeSerial=001001001001&nodeId=6&articleId=12767

28.09.2008 Τοπικά / απαντήσεις για τις Νηές, ταχυδρόμος, επιμέλεια Χρήστος Μπουκώρος

[5] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το γκολφ http://www.sfinaki.gr/forum/index.php?topic=1503.0 και http://www.athensgolfclub.com/docs/14.pdf ημέρες γκολφ, 2005.

[6] http://www.athensgolfclub.com/docs/14.pdf ημέρες γκολφ, 2005, κατατοπιστικός ο κ. Ευθύμιος Πουρναράκης.

[7]http://www.ecocrete.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1527&Itemid=0 ‘‘από τη Γκόλφω στα γήπεδα του γκολφ’’,έχει πολύ ενδιαφέρον.

[8] http://www.oikoen.gr/PressRelease2008-3/ ιστοσελίδα της Περιβαλλοντικής Πρωτοβουλίας Μαγνησίας.

[9] Βλ. Peregrine Horden, Nicholas Purcell (2004) Μεσόγειος Θάλαττα πονηροδιδάσκαλος: Μελέτη της μεσογειακής ιστορίας, Αθήνα, εκδόσεις Οδυσσέας

14.10.08

Ο Έσερ (Leeuwarden, 17.6.1898 - 27.03.1972, Laren) και η ακρογωνιαία αναζήτηση


Στο
Μουσείο
Ηρακλειδών

Στο Θησείο, στην οδό Βασίλης ένας τοίχος λέει τη δική του ιστορία.
‘‘Ι ♥ τσικνοπέμπτη’’ είναι το σύνθημα γραμμένο με κόκκινο σε ένα μικρό σπίτι, που μου αρέσει να αποχαιρετώ πριν φτάσω στο Μουσείο Ηρακλειδών, πάντα με γοργό βήμα, ιδίως τώρα που ο Έσερ μας αποκαλύπτεται εκ βαθέων, από τα προσχέδια στα αριστουργήματα που κληροδότησε στην τέχνη, έργα μοναδικά ώστε το στίγμα τους να είναι συμβάν για έναν ακόμη –ισμό-, τον εσερισμό, όρο που ο κ. Παύλος Φυρός, ιδρυτής του Μουσείου Ηρακλειδών μαζί με τη σύζυγό του, Άννα-Μπελίντα Φυρού, ανέφερε στη συνέντευξη τύπου, επιχειρώντας να προσδιορίσει την πολιτισμική επιστήμη του Έσερ.

Ο Έσερ επεδίωκε την εξέλιξη και το 1936, σε ένα έτος διασταθμό στην πορεία του, χαρακτηριστικά είπε ‘‘αισθάνθηκα ότι έπεσαν λέπια από τα μάτια μου’’. Διότι, όχι μόνο το σύστημα vortex- σύμφωνα με το οποίο το μάτι κατευθύνεται προς το κέντρο, όχι μόνο η διττή επιλογή του καλλιτέχνη για τη λιθογραφία και την ξυλογραφία, που εξελισσόταν παράλληλα, αλλά και η ίδια η συνέπεια του Έσερ στην τέχνη του συνέβαλε στην απόλυτη καθιέρωσή του. Ακούραστος, επίμονος ιδίως όταν για την ξυλογραφία δούλευε το 1/3 του ξύλου και εκτύπωνε τρεις φορές το κάθε χρώμα – άρα για 3 χρώματα έκανε 9 εκτυπώσεις-, μελέτησε διάφορα θέματα όπως την κανονική διαίρεση επιπέδου, τους ανέφικτους κόσμους και τις οπτικές απάτες. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι τον ανακάλυψαν στην Αμερική μαθηματικοί τη δεκαετία του ’50.

Η ακρογωνιαία αναζήτηση ξεκινά με την πρώτη ενότητα, την ‘‘περίοδο της ανακάλυψης’’ μέχρι τις αρχές του Ιανουαρίου 2009, ενώ θα ακολουθήσουν άλλες τρεις, η ‘‘ιταλική περίοδος’’, ‘‘ο άγνωστος Έσερ’’ και ‘‘το χρώμα στον Έσερ’’ αντίστοιχα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος από το έργο του είναι συγκεντρωμένο σε μουσείο της Χάγης στην Ολλανδία, είναι ευτύχημα πραγματικά που ο κ. Φυρός πέτυχε τη συμφωνία με τον Αμερικάνο συλλέκτη, ώστε στην Αθήνα έχουμε τη δυνατότητα να δούμε μια αναλυτική, περιεκτική και εκτενή παρουσίαση του καλλιτέχνη, που έχει ποτέ οργανωθεί διεθνώς. Με αφορμή τα προσχέδια, το κοινό αποκομίζει την αίσθηση ότι επισκέπτεται το εργαστήρι του Έσερ κατά την φάση της προετοιμασίας. Η γοητεία από την εποχή εκείνη αποτυπωμένη στο προσχέδιο μεταφέρει ένα άρωμα απορίας, έμπνευσης και εμμονής στην πραγματοποίηση της ιδέας.

Αυτό που με έχει εντυπωσιάσει από την πρώτη φορά που είδα έργα του Έσερ, στην τότε αναδρομική έκθεση επίσης στο Μουσείο Ηρακλειδών, είναι οι σκέψεις που μου προκαλεί το σύνολο της τέχνης του, καθώς και το εκτόπισμα από το χώρο και το χρόνο, σαν να μπαίνω εμβόλιμα στην ταινία του Αλάν Ρενέ ‘‘Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ’’, στον πύργο, ή σαν υπόγεια στίχοι να διαμορφώνονται πριν ακόμη αποκτήσουν μορφή.

Κι είμαι στο Θησείο, λίγο πριν ξαναπεράσω από εκείνη την επιγραφή ‘‘Ι ♥ τσικνοπέμπτη’’…
Ι ♥ Escher!

Μουσείο Ηρακλειδών:
Ηρακλειδών 16, Θησείο
T: 210 34 61 981
F: 210 34 58 225
E: info@herakleidon-art.gr
, http://www.herakleidon-art.gr


«Μην τυχόν κι ανοίξεις το παράθυρο, θα ‘χουμε άλλα».

Στο συνέδριο για τον Φιλίπ Λακού Λαμπάρτ ( Philippe Lacoue-Labarthe) στο Γαλλικό Ινστιτούτο, τη δεύτερη μέρα, 10.10.08, στην απογευματινή ομιλία του για την ποιητική του πολιτικού, ο ποιητής, καλλιτέχνης διαμέσων και ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας ΕΣΔΥ – αυτά έχουν δηλωθεί μετά το όνομά του στο σχετικό έντυπο με το πρόγραμμα του Συνεδρίου- κ. Αγραφιώτης έκανε μεταξύ άλλων αναφορά στη σχέση μοντερνισμού και φιλοσοφίας, καθώς και στην έννοια του πολιτιστικού υποκειμένου, εκπροσώπου της γαλλικής σχολής. Στην ερώτησή μου, λοιπόν, για ποιο λόγο δεν αναφέρθηκε αντίστοιχα στο ρεύμα του μεταμοντερνισμού και στον Lyotard {Ζαν Φρανσουά Λυοτάρ (2008) Η μεταμοντέρνα κατάσταση, Αθήνα, εκδόσεις Γνώση}, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εγκιβωτισμός του ενός φαινομένου στο άλλο εξακολουθεί να απασχολεί την ανθρώπινη σκέψη, ο ίδιος απάντησε με αυτοπεποίθηση ότι στην Ελλάδα είχε γίνει τη δεκαετία του ’80 αντίστοιχο συνέδριο για το μεταμοντερνισμό και είχαν δημιουργηθεί εντάσεις, ακριβώς επειδή δεν είχαν γίνει ορθές αποδόσεις στους όρους αυτούς, και επομένως προτίμησε να παραβλέψει μια τέτοιου είδους αναφορά. Είναι απογοητευτικό σε ένα συνέδριο, σε έναν κοινωνικό τόπο που οφείλει τη συσπείρωσή του στην εμμονή για τις ιδέες και στην διαχείριση του λόγου να ακούγονται από καταξιωμένους ομιλητές τέτοιες απαντήσεις. Σαν να πρέπει ο χώρος να αεριστεί αλλά καλύτερα να μείνει κλειστό το παράθυρο για να μην αρπάξουμε κρύωμα. Από τη στιγμή που η δομή ενός κειμένου που μεταδίδεται στο κοινό εξαρτάται από την εκάστοτε λογοκρισία του ομιλητή, ποιος είναι ο μετα –ρόλος ενός συνεδρίου; Από τη στιγμή που κάποιες θεματικές αξιολογούνται ως μυγιάγγιχτες εκ των προτέρων, για ποια ανανεωτική πορεία μπορούμε να κριθούμε εκ των υστέρων; Αν στη δεδομένη ερώτηση ερχόταν η απάντηση ότι το ζήτημα της μετανεωτερικότητας δεν συνδέεται, αυτό θα ήταν τουλάχιστον μια απόφανση ικανή να τεθεί ως απάντηση. Αλλά η απόφανση ότι ναι, συνδέεται, αλλά θα έχουμε προστριβές, γι’ αυτό καλύτερα να μην το κάνουμε και θέμα τώρα, ε, τότε καλύτερα να πιούμε ένα καφέ με την παρέα μας που δεν φοβόμαστε να διαφωνήσουμε ακριβώς επειδή η διαχείριση της διαφωνίας συνιστά πολιτισμό.

Jim Greenhalf/ Britain: A poem and an interview

All happened so normal. First I read by chance a poem of Jim Greenhalf published at the London Magazine while being at the flat of a very estimated and beloved Greek poet. I was so much excited by the writing that later was looking online for more information so as to enrich the meta-feeling – like metamorphosis- caused by the poem with some kind of knowledge. I was lucky. I found the email of Jim Greenhalf and the e-mail correspondence did start.

Some days ago, it was a pleasure learning from Jim that my poem ‘‘Gardener’’ – which has been published here from the 11th of October- reminds him of the movie Being There, with the late Peter Sellers playing the part of a gardener called Chance, who came to be thought of as a man of great wisdom. It was a pleasure because if poetry is the spur for cross-thinking, a lot of good things can happen. Here comes the poem ‘‘Socrates’’ by Jim Greenhalf as well as the interview I had online with him.

Jim Greenhalf

SOCRATES

The struggle is to live with quiet gladness

in spite of weather, rent rises,

power bills, stock market fluctuations,

stupid or cowardly governance;

bad faith, cheap grace;

circumstances, time;

young blond barmaids

with plunging necklines.

Midwife of the questing mind,

professor of ignorance.

The way to wisdom is not

for those with secrets to hide.

The authorities got him

for immoral aiding and abetting,

as the English got Joan of Arc

for the heresy of cross-dressing.

More of a gargoyle even

than Paul Verlaine,

but purer than democrats and tyrants.

He had no possessions, no loot,

no off-shore investments in Persia.

What he had was shared with friends,

and when Athens was under military threat

he fought as a foot soldier.

He was sent to shine a light through posterity.

A thorny old bastard bare-heeled

among potsherds and

the broken amphora of history.

He accepted the state's poison ruefully.

The greatest discovery you can make in life

he said, as he wiped the hemlock from his mouth,

is yourself.

Jan/Feb 2008


Interview with Mr. Jim Greenhalf: About Wisdom and Poetry…

When did you write your first poem?its title?

J.G: At secondary school, when I was about 14, I wrote a comic poem called Fludd. In later life I was astonished to find that Robert Fludd actually existed; I think he was a minor English philosopher - I could be wrong. Round about age 18 I wrote a poem called Lesley Mitchell Day, a disingenuously innocent lyric on the subject of unrequited love. Lesley, by the way, was a girl. In England there is a masculine first name variation - Leslie. This 12-line piece opens my collection The Dog's Not Laughing: Poems 1966-1998.

Poetry doesn't have so many themes although the number of subjects may be astronomical. In my experience, poetry that survives the time of its creation, has the ability to cross national and cultural borders.

In which artistic movement would Socrates belong?

J.G: Ah, Antigoni, what an inquiring mind you have my lovely Greek; if only I had the scholarship to respond adequately to your question. Ignorant as I am - no false humility intended - my conviction is that I don't believe the old goat would have pastured on anyone else's hillside. He left the grassy slopes of Parnassus to egotists and fancy young men in love with their own reflection. Plato too, I believe, took completely the opposite view of poets to the pose affected by Shelley - that they are the unofficial legislators of the world. Only a spoilt young man living on unearned income would even think such a thing, let alone say it. Socrates was like the North Star, a loner in the firmament, but a guide to all Mankind.

Have you been translated? Do you believe in poetry translation or you are an amateur of the original sound as well as rythm?

J.G: I believe there is a lady professor of French literature at Charles University who has translated at least two of my poems into French. She saw and heard me perform them at a concert with Jaroslav Hutka, at the Literary Cafe in Prague, on May 11, 2007. The poems were: Frederick the Great and Voltaire Debate Truth and Beauty and The Difference Between Poetry and Everything Else.

Without translations where would any of us be? What would English literature be without the dramas, comedies and satires of the Greeks and Romans? Where would French literature be without them? What would James Joyce have done without The Odyssey on which to model the structure of Ulysses? By the way, I think it's a pity he used so much artifice to do it; contrivance can get in the way when it's over-done. Where would Boris Pasternak have been without his beloved Shakespeare? If nation is to talk into nation let them do it through their arts, not through the artifice of technocratic idiocies such as the European Union - empire building without the save grace either of a spiritual dimension as in the Holy Roman Empire or the political vision of Napoleon. Hitler is another matter.

Which question you hate to be asked? Was it included in the previous ones?

J.G: The question is most revile goes something like...What inspires me to write? Oh, you know, I would love to write but I just don't seem to have the time. How do I do it? I go away and die. Writing is not the ultimate purpose of Mankind, or humankind if you prefer. Serving, healing, feeding, supplying, repairing, defending, advancing, maintaining, loving, worshipping - these are the great purposes of life on the blue planet. I write because I'm, I have no head for heights and I can't swim; I write because no one taught me how to be a soldier or a missionary or an engine driver; I write because I never made it as a footballer. I write out of failure; but writing is no longer just therapy: I left that behind when I turned 40. Beckett said: "Fail better". And that's what I try to do: fail better next time.

What symbolises Socrates for you?

J.G: A goat. A goat feeds on nettles and water. A goat has no fear of heights and no fear of depths. A goat knows how to follow a difficult path, or create one, and live at peace with its lot under the clouds. Those born under the baleful sign of Capricorn are goats. I am a goat, although it does not follow that I am Socrates. I wish I had played football like Socrates, the great Brazilian star of the 1982 World Cup. But my style was more, shall we say, sporadic than Socratic.

How a city could be poetic?

J.G: 'How a city could be poetic?' is like your 'early of September', Antigoni: not quite correct gramatically, but all the better for being innocently wrong. If you had asked: 'How can a city be poetic?' I would have laughed. Europe is filled with consultants advising city authorities how they can regenerate using business and the arts (a little) to attract big bucks from the European Union and other sources. Well, a city may gain all the glory of the world and in the process lose its soul. If a city whores after the kind of free-market liberalisation that has caused so much damage to the United States, the United Kingdom and to other parts of the world, it will certainly lose much more than it gains in fast food franchises and apartments that few can afford.

Cities evolve through time. A street or a square may be planned and constructed; but the soul of a place cannot be designed on an architect's elephant board or computer screen. Berlin, Paris, London, Bradford each in its own way inspires poetry; but few would describe Bradford as 'poetic' the way they would Florence or the skyline of New York City.

A poet usually lives in the shadow, behind celebrities as poetry refers more to an existential identity rather than to a role playing game. Do you agree?

J.G: Yes. Poetry is about sinking wells into the oil fields of experience and pumping up the crude. Writing is the art of refining the crude - but not over-refining it.

Poetry can get benefit from information? You are also a journalist with a variety of awards.

J.G: You have placed 'poetry' and 'journalism' together, perhaps in juxtaposition to accentuate the difference between them. I would only say that journalism, which the late Allen Ginsberg, Charles Bukowski and Anselm Hollo sometimes come close to - with great skill and panache is a more public function than the writing of poetry. However, the act of writing both requires common disciplines: writing to purpose and to measure (not necessarily rhyming and scanning); using appropriate words to deliver the meaning; editing out words that are either superfluous or grandiloquent.

As to information, well, I could say 'Your eyes are brown' or 'Auschwitz was a murder factory', or 'the EU is a political tyranny'. But if I say, 'Your eyes are as brown as Amontillado', then I am imparting something more to mere fact. The same applies to the other two examples.

Moral courage is subject to ethics (ethical action) instead of being applied on moral sense?

J.G: By definition 'moral courage' is active, not merely an intellectual category. 'Moral sense' may mean knowing the right thing to do; but knowledge alone does not always result in right action. The conflict between these two things - knowing and doing - is at the heart of almost all of Shakespeare's tragedies. And then what about doing the morally wrong thing - killing someone - for an ethically impeccable reason - to rid the world of a terrible threat? For me, courage is active, whether it means facing up to illness or distress or risking bodily injury by going to another's rescue. It also means dealing with the idea of mortality. The Socratic method, at least to this bear of alarmingly little brain, rests upon an inner strength derived from coming to terms with the fact of death. I believe Boethius took the same road, before the Roman state killed him.

Under which circumstances you write?

J.G: Usually the least propitious: in a noisy, germ-trap of an office; and alone after work, at weekends and while on annual leave. Unlike Mahler, I do not have three months of bliss every summer by a alpine lake; nor is there a dacha waiting in a leafy Moravian glade. I think as I walk city streets - me, my own private lyceum; I write as I work, letting disparate ideas and images come and go while I concentrate on something else; and when I am neither thinking nor writing, I wait for that little hidden light to come on, like the light in a fridge, to set me humming. These answers were first written out by hand this morning in the busy Diner of Salts Mill, Saltaire (google it). I write less at work than I used to because there is more work to do but fewer people to do it. Most of my writing is done at home, a rented apartment in Ilkley.

Wisdom and self-consciousness: what's their relationship?

J.G: Self-consciousness evolves through the natural processes of cognition. I believe that we are born with innate propensities, for language, for example. I have always felt antagonistic to the Behaviourist school of psychology which attributes human development to personal background and environment. Art usually defies the circumstances of its creation. How else could Van Gogh, personally penniless for the ten years in which he drew and painted until he killed himself at the age of 37, how could he had painted all those sunflowers and sunsets and pictures of fruitful nature? Behaviourists say that we only act in our own best interests. But that simplistic explanation is contradicted by prison. If human beings only acted in their best interests only prisoners of conscience and the persecuted would be in jail. I do not believe we are born as blank sheets of paper which life then encodes with a script we cannot change. Were this the case, children would not surprise (and sometimes alarm) adults by uttering words and phrases they have neither heard nor been taught.

Wisdom, however, can only come about as the result of lived experience. Received wisdom, like epigrams - 'Cynicism is knowing the price of everything and the value of nothing' (Oscar Wilde) is something different. A child may make adults weep with a glance and a prodigy may cause gasps of astonishment with amazing facility to play music or work through complex mathematical formulae; but the genius at the keyboard or log table is likely to be inexperienced and vulnerable in the way that Socrates was not. Wisdom is a construct that evolves from experience rather than a flash of intuitive insight. But intuition is NOT the polar opposite of rationality; it is, instead, another way of reasoning - with jump leads instead of deductive cause and effect and inductive effect to cause (the difference is rarely clear to this bear). Intuition is a flash of fire from the gods. Prometheus is another hero.

Dear Mr. Greenhalf , Thank you very much indeed.

*poems of Jim Greenhalf can also be read online: http://www.poetrymagazines.org.uk/magazine/record.asp?id=10078

Also visit:

http://jimgreenhalf.blogspot.com/2008/04/journalism.html

http://www.euro-renaissance.co.uk/about_us/index.php

11.10.08

GARDENER

While the garden was running to weeds
They decided to have
Their first breakfast together
In that green air
The affinity they felt for each other
Was very quick
Instead of handshakes
They changed milkshakes
And their talking was running to the garden


It was a pleasure watching them
From his moody room
With his fingers entwined
As if he was not alone any more
It was then he slightly realized
How damn used to acting he was


Looking at the garden was interrupted by rain
He fiercely closed the spotty window
While rain spots were dripping into
The unfinished milkshakes on the wooden table


The couple was kissing under a burst of clouds
With hands in gloves entwined at the top
Like a yellow penthouse
Goodbye smelled anemones in the rain


The next day he decided to take on the duties
Of the garden
He announced his desire in front of us
Everyone in the hostel should do something
And he chose to keep an eye
On the weeds


It was a pleasant offer for all of us
Some need to be
Observers in life
I couldn’t deprive him of his right to be


He was made for gardening.

Ρόλοι και ονόματα

Είναι γνωστή η σχέση γλώσσας και εξουσίας. Ο λόγος του ενός ακόμη και αν δεν στέκεται εξαρχής εναντίον του άλλου, από τη στιγμή που βρίσκεται απέναντί του, εξελίσσεται ως ενάντιος. Υπό αυτήν την οπτική, η διαφωνία δεν έγκειται μόνο στη συγκυρία αλλά και στην επιθυμία του ατόμου να τη διατυπώσει και να διαμορφώσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το λεκτικό τελετουργικό της.
Καθώς ο λόγος της διαφοράς, που έχει ειπωθεί, έχει στερηθεί όλα εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί, καθώς έχει απογυμνωθεί από το δυνητικό του περιεχόμενο και αποτελεί ορισμένη, κατονομασμένη και δεδομένη μορφή, αυτός ο λόγος είναι τόσο τμηματικά όσο και φασματικά καταγεγραμμένος στη μνήμη αποστολέα και παραλήπτη. Αυτό σημαίνει ότι το άτομο ενσωματώνει ονόματα που ακούστηκαν στη μνήμη του ανεξάρτητα από τη χρονική τους σειρά και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ώστε κάποια να επικρατούν και κάποια να χάνονται.

Τα ονόματα, ωστόσο, καθώς και η εκφορά τους επαφίενται στον ρόλο που ασκεί ο εκάστοτε φορέας τους. Εφόσον, λοιπόν, είναι εξαρτημένα από το ρόλο – και κατ’ επέκταση από την ίδια την εξουσία – συνδέονται το ένα με το άλλο με όρους αναγκαιότητας και όχι απλής τυχαιότητας. Ειδικότερα, η αναλυτική δύναμη των ονομάτων διαφαίνεται στο ακόλουθο παράδειγμα: στη σχέση θράσους και ειλικρίνειας. Στην περίπτωση ενός διαπληκτισμού, ο θιγόμενος καταλογίζει στον επιτιθέμενο την ευθύνη για το θράσος του, ο επιτιθέμενος όμως αξιολογεί ως ειλικρινή τη στάση του, την απόφασή του να ξεπεράσει τη συνθήκη της κοσμιότητας και να βρεθεί αντιμέτωπος μπροστά σε αυτόν που αποδείχτηκε τύραννός του. Συνήθως ο τύραννος είναι ο διοργανωτής, γι’ αυτό και υπερασπίζεται τον εαυτό του ακριβώς επειδή έχει καταβάλει κόπο, χρόνο, και ιδέες για την υλοποίηση του εγχειρήματος, ενώ ο αντιμέτωπός του έχει μόλις συμμετάσχει σε αυτό. Δεν έχει συνδεθεί με αυτό με όρους αφοσίωσης και άρα δεν μπορεί να το καρπωθεί, δεν πρέπει να το καταπατήσει. Ως ιδιοκτησία, το εγχείρημα ανήκει στον διοργανωτή οπότε αν παρουσιαστεί δυσαρμονία, η ονομαστική δαπάνη γι’ αυτήν επιβαρύνει μόνο τον διοργανωτή. Κατά συνέπεια, το θράσος εκφέρεται ως η αποτίμηση της ειλικρίνειας και δεν μπορεί το ένα να υπάρξει χωρίς την ύπαρξη του άλλου. Δεν μπορούμε να υποστηρίζουμε το αίτημα για μια κοινωνία ανοιχτή, ελεύθερη χωρίς να εκλαμβάνουμε υπόψη και την αναγκαία αλληλουχία, τη διττή ονομασία των εννοιών. Οι ρόλοι επινοούν ονόματα και αντιστοίχως τα ονόματα αναλύονται μέσα από τους ρόλους.

7.10.08

Δυνατό παρελθόν

Πριν φύγω για ταξίδι σε άλλη χώρα οι έγνοιες δεν διαδέχονται μόνο η μία την άλλη, αλλά διασχίζονται οι παλιές από τις καινούριες, κατά συνέπεια η μεταξύ τους σχέση εντατικοποιεί τη σύγχυση εντός του εγκεφαλικού διάκοσμου. Εκεί όπου υπάρχει ευθύνη, αναπόφευκτα υπάρχει και άγχος. Αναζητούμε λοιπόν τρόπους – εύκολους, εφικτούς και αποτελεσματικούς- επίλυσης και φυγής από τη δεδομένη αγχογόνα κατάσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιστροφή στην παιδικότητα πάντα αποβαίνει επικερδής. Θυμάμαι λοιπόν το γνωστό σαμπουάν, αυτό που δεν φέρνει πια δάκρυα στα μάτια και συνήθιζα να χρησιμοποιώ όταν ήμουν παιδί. Το αναζητώ στο ψιλικατζίδικο που τυχαία προβάλλει στα αριστερά μου –τυχαία επειδή με το χώρο με συνδέει μια σχέση αποπροσανατολισμού, ρέμβης και ανακάλυψης. Δυστυχώς το σαμπουάν υπάρχει μόνο σε μεγάλο μέγεθος, η εταιρία έχει σταματήσει αυτήν την περίοδο να το κυκλοφορεί και σε μικρότερη συσκευασία. Διστάζω να το αγοράσω, ώσπου η κυρία στο ταμείο με ρωτάει εάν έχω μωρό. Όχι, της απαντώ, το θέλω για μένα, επειδή φεύγω σε ταξίδι και βαριέμαι να επιστρέφω με μισοάδεια μπουκάλια, οπότε παίρνω ένα πιο φτηνό προϊόν και το εγκαταλείπω στα ξένα μάρμαρα κάποιου ξενοδοχείου. Η κυρία κουνάει το κεφάλι σχολιάζοντας πως παλιότερα οι εταιρίες έβγαζαν και μικρά δείγματα, που ήταν πολύ χρήσιμα σε τέτοιες περιστάσεις. Ούτε λόγος γιατί επέλεξα το συγκεκριμένο- παιδικό κατά τα άλλα- σαμπουάν. Δεν θα σκέφτηκε ποτέ ότι το άρωμά του έχει μείνει ολόιδιο τόσα χρόνια, ασφαλής αποζημίωση για το χρόνο που χάνεται χωρίς την έγκρισή μας, επιστροφή στην παιδική ηλικία, στην ανεμελιά και στον εγωισμό που τρέφει το παιδί ότι όλα κινούνται σε αρμονία γύρω του. Το δυνατό παρελθόν, η μνήμη που ενεργοποιείται με το άνοιγμα του πώματος, αποδεικνύει ότι δεν έχουν όλα γίνει σύνθετα και αγχογόνα, υπάρχουν ακόμη κάποια, απλά πράγματα που μας μεταφέρουν τη φρεσκάδα τους χτες, σήμερα, αύριο. Υπάρχει ένα δυνατό, αισιόδοξο παρελθόν κρυμμένο σε ένα φτηνό σαμπουάν, ικανό να χαλαρώσει σώμα και πνεύμα περισσότερο από ότι θα έκαναν οι ηφαιστειακές πέτρες, ακριβώς επειδή είναι ενταγμένο στην παιδικότητα. Δεν είναι πρόσθετο και τρέντυ, δεν είναι καν επιθυμητό. Είναι η ίδια η επιθυμία από τότε. Είναι το σύμβολο της απλότητας.