31.7.11

«Πάγος» όπως «Βράχος» :του Robert Kramer .

Επίκειται μια φανταστική επανάσταση στη Νέα Υόρκη, από νέους αμφισβητίες της αμερικάνικης ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Της αποικιοκρατικής πολιτικής, εξαιτίας της οποίας η λογική της εξουσίας είναι ο κόσμος του παραλόγου. «Ο πάγος του Robert Kramer είναι μια πολιτική ταινία μυθοπλασίας που γυρίστηκε στο φιλεπαναστατικό κλίμα των ριζοσπαστικών αμερικανικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60 και του ’70, εκφράζοντας όχι τόσο τη ρήξη με την κυρίαρχη κοινωνία αλλά το πόσο οδυνηρό βίωμα ήταν τα χαοτικά και αλληλοσυγκρουόμενα μονοπάτια του να μην ανήκεις πουθενά». Αυτό σχολιάζει ο Marc Henri Piault, στην ενότητα «Ιδρυτές Πατέρες», στο: Ανθρωπολογία και Κινηματογράφος, Πέρασμα στην εικόνα-πέρασμα από την εικόνα, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2008. Ο Marc Henri Piault είναι διευθυντής ερευνών στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (CNRS), ανθρωπολόγος και κινηματογραφιστής. Ίσως, λοιπόν, αυτό και μόνο να είναι μια απάντηση, σε ‘‘κριτικές’’, όπως αυτή, που διάβασα στο Ριζοσπάστη, ότι στην ταινία «δεν υπάρχει ούτε για δείγμα εργάτης, οικονομικο-πολιτική ανάλυση του αμερικάνικου καπιταλισμού, οι αιτίες της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, η αυξανόμενη ανεργία, ή η ταξική φύση του κράτους που αντικαθίσταται από μια αφηρημένη ανώτερη δύναμη που γενικά και αόριστα επιτίθεται στην ανθρώπινη προσωπικότητα... Τα κίνητρα των επαναστατών έχουν ξεκάθαρο ιδεαλιστικό χαρακτήρα, θολές ιδιότητες και μοναδικό τους αιτιολογικό την υπεράσπιση της ‘‘ελευθερίας της προσωπικότητας’’». Μα τότε, θα ήταν μια άλλη ταινία. Προς τι αυτός ο νταλκάς, δεν αντιλαμβάνομαι.

Το ζήτημα, επί της ουσίας, δεν είναι να δοθεί έμφαση στον ρόλο του εργάτη αλλά στον άνθρωπο, που αμφισβητεί και διαφοροποιείται, ως πολίτης, από τη δεδομένη χάραξη της διεθνούς εξωτερικής πολιτικής, της χώρας του. Ώστε, το ζήτημα είναι, πώς προσλαμβάνεται η ιδέα της εθνικής ταυτότητας και πώς ο άνθρωπος κάθε χώρας μπορεί και διατηρεί την ιδιότητα του πολίτη αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Με αρκετές κειμενικές αναφορές, οι οποίες ευθύς εξαρχής απηχούν το πασίγνωστο Alhpaville, με μια συμβολική σκηνή, στην οποία πρωτοστατεί ένα ογκώδες τοτεμικό σύμβολο, περιστοιχισμένο από διψασμένα γουρούνια, σαν να έχουν δραπετεύσει από τη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ, δεν είναι περίεργο, γιατί ο Κράμερ έγινε πιο αγαπητός στη Γαλλία παρά στην Αμερική. Διότι, ο κινηματογράφος της αμεσότητας, της φιλμαρισμένης αλήθειας της ζωής, που επέλεξε να υπηρετήσει, υπακούει σε ένα μη εμπορικό πρότυπο. Αναδεικνύει αυτό, το οποίο μας διαφεύγει, ενώ αναπτύσσει μια σχέση περισσότερο στενή με τη ρητορική του λόγου και λιγότερο με τη ρητορική της εικόνας. Ούτως ή άλλως, στόχος του Κράμερ ήταν, οι ταινίες του, να «ανοίγουν τα μυαλά σαν ένα καλό ανοιχτήρι κονσέρβας». Ο Πάγος είναι μια υποστηρικτική ματιά, του σκηνοθέτη, επάνω στην αξία της διαφορετικότητας, εκφρασμένης με όποιο κόστος, ακόμη και με το θάνατο της ίδιας της ζωής. Υπό αυτήν την έννοια, συνιστά και τη θανατογραφία της ζωής, άρρηκτα συνδεδεμένης με τις έννοιες της ψευδούς συνείδησης και της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης. Σαφώς λοιπόν και ο «πάγος» δεν λιώνει. Διότι, κοιτώ αυτό που η ταινία μου δείχνει. Στο 88ο λεπτό περίπου, παρατηρούμε τα βήματα στο χιόνι, και παράλληλα, στο ίδιο πλάνο, τις στοιβαγμένες πέτρες, σαν ξερολιθιά. Ας θυμηθούμε ότι το όνομα «πάγος» προέρχεται από το «πήγνυμι». Άρα, υποδηλώνει και το βράχο, -εξ’ ου και ο δικός μας Άρειος Πάγος, δηλαδή, ο βράχος του θεού Άρη, στην Ακρόπολη-. Δεν είναι παράτολμο, οπότε, να σημειώσω ότι σκόπιμα η πολιτική μυθοπλασία της ταινίας στηρίζεται σ’ αυτήν τη βραχώδη κατασκευή του λόγου και του συνθηματικού ελλειπτικού χαρακτήρα του ενίοτε, ώστε να καταδείξει την αντιφατικότητα του πολέμου, στο πλαίσιο του οποίου κάποιοι ζουν αλλά κάποιοι άλλοι γίνονται στόχος ή/και δολοφονούνται. Η Νταϊάν, ο Τεντ, ο Τζιμ. Σπόροι, κομμάτια, ιδέες, ενάντια στην ρομποτική άρχουσα τάξη. Χθες, σήμερα, αύριο.

Πολιτική, ΗΠΑ, 1969, Α/Μ, 130’
Σκηνοθεσία/Σενάριο: ROBERT KRAMER
Παραγωγή: DAVID C. STONE
Διεύθυνση Φωτογραφίας: ROBERT MACHOVER
Πρωταγωνιστούν: ROBERT KRAMER, LEO BRAUDY, TOM GRIFFIN, PAUL MCISAAC


"ΠΑΓΟΣ" του Ρόμπερτ Κράμερ, στους κινηματογράφους

ΤΡΙΑΝΟΝ NEW STAR art cinema
(Κοδριγκτώνος 21 (Πατησίων 101) τηλ.: 210-8215469, 210-8222702)
'Ώρες προβολών: 21:00
ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ (Λ. Συγγρού 106, Φιξ (ΜΕΤΡΟ Συγγρού-Φιξ) τηλ.: 210-9215305)
'Ώρες προβολών: 23:00

«Ορατών τε πάντων και αοράτων»…

Τα τζιτζίκια του μεσημεριού δίνουν το σύνθημα: εμπρός, ξέχνα μας, κολύμπα. Δεν μετρά ο χρόνος. Τώρα πια, που τα κατάφερα, και είμαι στη Βάρκιζα, τι άλλο θέλω; Απλώνω μέχρι ένα σημείο την πετσέτα μου- το υπόλοιπο είναι διπλωμένο- και βουτώ. Καθώς εδώ είναι πιο «ελίτ» ο κόσμος –έρχεται με τα χρυσά του κι ας είναι για τα βότσαλα-, δεν ανησυχώ, μην τυχόν και μου μετακινήσουν τα πράγματα, όπως συνέβη πρόσφατα στο Καβούρι. Τι ωραίο το νερό, στα Κανάρια… κάνω ένα μεγάλο γύρο, δεν καταλαβαίνω πώς περνά το 40λεπτο. Βγαίνω. Το τοπίο έχει αλλάξει τελείως. Δεν συναντώ το ζευγάρι με την τσάντα, την οποία είχα πάει πιο ψηλά, να μην τη βρέξει το ατελείωτο κύμα. Λογικό. Δεν συναντώ, όμως, και τα δικά μου πράγματα. Πέραν λογικής. Διότι, αυτή τη φορά, μια άλλη ελληνική οικογένεια –τι στο καλό φέτος- με τη μεγάλη ομπρέλα navy lifestyle, έχει κυριολεκτικά στρατοπεδεύσει ακριβώς μπροστά στην πετσέτα μου, τόσο που δεν γίνεται ούτε να ξεδιπλώσω το υπόλοιπο μισό της. Ενημερώνω –για το αυτονόητο- τη μία καθισμένη κυρία –σε καρεκλάκι παραλίας βεβαίως- ότι εδώ «ήθελα», «σκόπευα» να κάτσω. Και η απάντηση; Α, δεν σας είδαμε. Και το σχόλιο του κυρίου, έρχεται ευθύς αμέσως: έρχονται μερικοί και εξαφανίζονται. Πόσο γυάλισε το μάτι της εξαφανισμένης, δεν ξέρω, πάντως απάντησα και στους δυο: στην κυρία, ότι, για να μη μετακινηθεί το μικρό τους σπίτι παραλίας, θα πήγαινα πιο πέρα, στον κύριο, ότι θάλασσα σημαίνει κολύμπι, όχι καθήλωση. Το μαγικό χαλί έχω, ήθελα να ήξερα. Μια πετσέτα καφετί έχω, μάρκας καλλυντικών. Τι συμβαίνει, απορώ. Μήπως να την κάνω πετσέτα-τοτέμ, να μην την πειράζουν, να μην την αγνοούν; Πώς όμως; Αυτό το βιβλίο του Φρόϋντ Τοτέμ και Ταμπού, των εκδόσεων Επίκουρος –Αθήνα, 1978- δεν δίνει καμιά συμβουλή, να πάρει η ευχή…βέβαια, και αυτά, που διαβάζεις, δεν είναι για να τα παραβλέπεις, απεναντίας. Ο τοτεμικός χαρακτήρας, στη βάση του οποίου ομαδοποιούνται τα μέλη του είδους, δηλαδή το τοτέμ, στον πληθυντικό του, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, εφόσον κάποιος αποκτά το τοτέμ, κληρονομικά και από τη μητέρα, «βάσει των τοτεμικών απαγορεύσεων, δεν θα μπορεί να έχει αιμομικτικές σχέσεις με τη μητέρα και τις αδελφές του». Το ‘‘ίδιο’’ χωρίζει σαρκικά. Θέτει όρια, ο σεβασμός των οποίων αφορά στο φόβο της αιμομιξίας και είναι συνειδητός. Υπάρχει, ωστόσο, και ο φανταστικός πειρασμός/φόβος αιμομιξίας, ιδωμένος στη σχέση γαμπρού-πεθεράς. Αυτός είναι ένας φόβος πολύμορφος, «μια κατάσταση με ασυνείδητες ενδιάμεσες φάσεις».

Και σε αυτό το σημείο, αρχίζεις τους παραλληλισμούς, με τους λαούς των ντοκιμαντέρ ή της διά βίου μάθησης, αν σκοπεύεις να έχεις δική σου εικόνα, ταξιδεύοντας. Πάμε στους Ζουλού. Προκειμένου να καταλήξει στους συλλογισμούς του, ο Φρόϋντ, μνημονεύοντας τον Frazer, (σ. 22) γράφει για τους Ζουλού: «τα έθιμα απαιτούν από τον γαμπρό να ντρέπεται την πεθερά του και να κάνει καθετί για να την αποφεύγει. Δεν μπαίνει στην καλύβα που βρίσκεται αυτή, και όταν συναντηθούν στο δρόμο, ο ένας ή ο άλλος απομακρύνεται, η πεθερά κρύβεται πίσω από ένα θάμνο, ενώ ο γαμπρός βάζει μπροστά την ασπίδα. Όταν δεν μπορεί να αποφύγει ο ένας τον άλλο και η πεθερά δεν έχει τίποτα μαζί της για να κουκουλωθεί, σύμφωνα με την εθιμοτυπία, δένει γύρω από το κεφάλι της μια τούφα χορτάρι. Μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους είτε με κάποιο τρίτο πρόσωπο, είτε φωνάζοντας από μεγάλη απόσταση και εφόσον κάποιο φυσικό εμπόδιο τους χωρίζει. Κανείς δεν πρέπει να προφέρει το όνομα του άλλου». Λοιπόν, νομίζω ότι οι Ζουλού και πολιτισμένοι είναι και δόση ανθρωπιάς έχουν. Δεν θα έκαναν σαν κι εμάς στις παραλίες.

Και γιατί, μήπως αντί για χορτάρι, κι εμείς δεν βλέπουμε κυρίες/πεθερές να φορούν καπελαδούρα ροτόντα –στη θάλασσα-, χωρίς να τις επιτρέπεται να βλέπουν πλάγια παρά μόνο ευθεία, τη μύτη τους; Εκείνοι χορτάρι, εμείς πολιτιστικό προϊόν, αγορασμένο και με τον παρά μας. Παίζουμε; Αλλά άφησα, για το τέλος, το καλύτερο (σ.22 κι αυτό): «στα νησιά του Σολομώντος απαγορεύεται στον γαμπρό μετά το γάμο του να μιλάει ή να βλέπει την πεθερά του. Όταν τη συναντά κάνει σαν να μην την ξέρει και τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί για να κρυφτεί»… Δηλαδή, αν παντρευόσουν εκεί, στο νότιο Ειρηνικό Ωκεανό -βλ. φωτό-, κάνοντας δώρο στο ταίρι σου, ένα μαγικό ταξίδι στο όνειρο, μήπως μετά, για να καλοτυχίσεις, θα πρέπει να ασπαστείς και τούτο το έθιμο; «Ορατών τε πάντων και αοράτων» λοιπόν…είδες, γιατί γνώση σημαίνει δύναμη;

Η οικογενειακή μελωδία της ελληνικής παραλίας.

Πόσο επεξηγηματικός μπορεί να γίνει, ένας σύζυγος, προκειμένου να είναι «σύζυγος»; Πάω να βρέξω τα ποδαράκια μου στη θάλασσα, γιατί ψήθηκαν στην άμμο, κι έρχομαι. Ήρθε. Ιδρώνεις, για να μην αφυδατώνεσαι. Πάω να κάνω ένα τσιγάρο κι επιστρέφω. Επέστρεψε. Έλα να βγάλουμε το πάνω μέρος του μαγιού, στο κοριτσάκι. Τι verbalisation, θεέ. Όχι δεν με ενόχλησε τόσο η γενική όσο αυτό το οικογενειακό νταβαντούρι πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μήπως θα ήταν προτιμότερο να ήταν τελικά εκείνοι πιο κάτω κι εγώ στη θέση τους; Διότι, ενώ κάθε φορά στο Καβούρι, αφήνω την τσάντα μου και μετά το κολύμπι απλώνω την πετσέτα, στην άμμο, αυτή τη φορά έσπασε το πρωτόκολλο. Και άντε τώρα να πείσεις τον κύριο σύζυγο, ότι βλέπεις τσάντα –και παπούτσια- σημαίνει, ότι εκεί πλέον είναι ένα σημείο πιασμένο. Στον αέρα, μέχρι σήμερα, οι πετσέτες δεν μένουν, δεν συνηθίζεται. Οπότε, μετακινείς τσάντα, έχεις λεζάντα. Ο διάλογος αφορά σε σοβαρά ζητήματα. Άσε που δεν έβλεπα τα πράγματά μου, ενώ κολυμπούσα, και αγχώθηκα. Βγαίνω και βλέπω την τσάντα, αλλού γι’ αλλού –και γιαλού-. Ένας σπεύδει να με ενημερώσει, ότι είναι και μια γιαγιά, στην οικογενειακή παρέα, που δεν βλέπει. Έλα, μου δείχνει, περιμένοντας ότι θα αφήσω το καλό σημείο και θα πάω να μιλάω με τον πρώτο τυχόντα, δηλαδή, με αυτόν, που έβλεπε και δε μίλησε, ότι κι εγώ, βρε παιδί μου, θα επέστρεφα. Μόνο ο σύζυγος επιστρέφει δηλαδή; Δυναμικά λοιπόν, παίρνω τα πράγματα, που είχαν εκτοπίσει τα δικά μου, και τα μεταφέρω παραπέρα. Σύσσωμη η ελληνική οικογένεια, ο σύζυγος, που δεν είδε, και η σύζυγος, που δεν την περιμέναμε –ναι, να κρατούσα και σημαία- τα έβαλαν μαζί μου, επειδή μετέφερα τα πράγματά τους. Αυτή είναι η οικογενειακή μελωδία της ελληνικής παραλίας. Πολλοί μαζί παίρνουν ένα μικρό σπίτι στην άμμο και αρχίζουν τη «συζήτηση». Όπως την εννοούν οι ίδιοι. Σαν έπεσες στο διάβα τους, διαπιστώνεις ότι η αλήθεια είναι εύθραυστη. Και από επίθετο– στον τίτλο του βιβλίου Η εύθραυστη αλήθεια του Ζ. Ι. Σιαφλέκη (είναι και Βολιώτης), εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2005 (β’ ανατύπωση)-, η εύθραυστη πλέον είναι το κατηγορούμενο. Το ζητούμενο. Πόσο εύθραυστοι είμαστε, για να οχυρωνόμαστε, έναντι άλλων, μιλώντας δυνατά ακόμη και για τα πιο ασήμαντα περιστατικά; Πάω να βρέξω τα πόδια μου. Έλεος. Πώς μετά να διαβάσει τον Σιαφλέκη κάποιος που έχει φωνή για να βρέχονται και τα πόδια του; Εγώ η αυστηρή, το κοριτσάκι που δεν είχα μυαλό, παρόλα αυτά ήρεμα χάζευα τη θάλασσα, σε παύσεις περισυλλογής, και ξανά διάβαζα στο κείμενο, ότι «η διαδικασία της μυθοπλασίας είναι μια λειτουργία σύνθετη: μέσα στο ίδιο κείμενο οι ρόλοι του αναγνώστη και του συγγραφέα εναλλάσσονται δημιουργώντας έτσι τη ρητορική του κειμένου και παράγοντας το μεγαλύτερο μέρος της σημασίας του» (σ. 13, για το λογοτεχνικό μύθο και τη συγκριτική γραμματολογία). Αυτά είναι. Πέρασε το δίωρο, τίναξα άμμους, και με τις σκέψεις ήρεμα έφυγα. Τώρα που το σκέφτομαι, το συμβάν ήταν θεατρικό. Απολαυστικότατο.

*η φωτογραφία είναι από τη Σίφνο...

30.7.11

Η μελωδία της ελληνικής παραλίας…να την πιεις aspro πάτο

Φέτος, μόλις ο καύσωνας μου πρωτομίλησε, πήγα για μπάνιο στη Βάρκιζα. Ήταν στα γενέθλιά μου, 25 Ιουνίου. Μετά το κλασικό κολύμπι μισής ώρας, βαθιά σχετικά, κι ενώ διαπεραστικά λίγα –και λόγω εποχής- γκελ γονέων, «μην πας πιο μέσα», έκαναν μικροκύματα, βγαίνω για να αράξω στη στεριά. Και τι βλέπω; Μια πετσέτα βρίσκεται ακριβώς στον πόντο της δικής μου. Μην τσαντιστείς, η εσωτερική φωνή με εμψυχώνει. Θα μπορούσε και να καπνίζει, και ως δεξιόχειρας, όλος ο καπνός θα ερχόταν καταπάνω σου, προσθέτει. Πράγματι. Και πείθομαι να αντιμετωπίσω λιγότερο αρνητικά την εισβολέα, μια κυρία ξανθιάς κοπής και μέσης ηλικίας. Εμπρός επί το έργο. Βάζω αντηλιακό, παρατηρώ τριγύρω. Για δες, δυο Ιταλοί πίσω μιλούν χαμηλόφωνα. Αποκλείεται να είναι Σικελοί, ποντάρω. Και εκεί που –αν και στον πόντο- όλα είναι ήρεμα, αρχίζει το ματς. Κυρία-μικρός παίκτης, σημειώσατε 2. Δεν παίζουν στην παραλία με τη μπάλα, ακούς;.. Σιωπή ο άλλος. Θα φωνάξω την αστυνομία… χαμόγελο το παιδί, Και θα πας στην πατρίδα σου. Τους ωραίους τρόπους της πρωτευουσιάνας, ακολούθησαν οι ωραίοι τρόποι σύγχρονης κολύμβησης: με γυαλιά ηλίου leopard look και κίτρινα βατραχοπέδιλα μέσα στο νερό. Διότι, οι πρωτευουσιάνες ξέρουν. Είναι up-to-date και στην παραλία. Εν τω μεταξύ, μπορεί οι Ιταλοί να μην ήξεραν ελληνικά, αλλά το body language δεν κρύβεται. Όσο λοιπόν η σύγχρονη κυρία διεκδικούσε τίτλο τοποτηρητή, άμεσου ουρλιαχτού, εκείνοι, που έβλεπαν, κάτι θα σχολίαζαν. Γυρίζει οπότε και τους ρωτά: έχω άδικο; No, κουνάνε το κεφάλι, σε μια ένδειξη ότι δεν ξέρουν τη γλώσσα μας, io Italiano λέει ο ένας. E salvato,-σώθηκες-του απαντώ. Πόσο να αντέξει πια αυτή η εσωτερική φωνή. Αρχίζουμε μια ήρεμη κουβέντα, μου λένε οι άνθρωποι, ότι και στην Ιταλία, στην παραλία τα παιδάκια παίζουν μπάλα. Το αυτονόητο. Δεν προλαβαίνουμε να τελειώσουμε τη φράση, και με μια επιβολή, η βατραχοπεδιλού με ρωτά: τι είπε; Φυσικά και δεν της απάντησα. Δεν έδωσα σημασία, σαν να μην ρώτησε. Και τότε έκρινα ιδανική τη στιγμή, για να πιάσω απ’ την αρχή ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, Το Μικρό Πρίγκηπα, του Α. Ντε Σαιντ Εξυπερύ, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1987. Μεγαλώνοντας, η επιστροφή σε αναγνώσματα, ακόμη και παιδικά, μπορεί να είναι ιδιαίτερη απόλαυση. Σωσίβιο. Διότι, αισθάνεσαι, όταν θυμάσαι. Και το κυριότερο, για την ίδια τη λειτουργία της μνήμης, θυμάσαι εντονότερα, όταν έχεις επίγνωση. Δεν έπεσε από το πουθενά Ο μικρός Πρίγκηπας, ήταν up-to-fate. Και διόλου τυχαία, -απεναντίας συμβολικά- στο ταξίδι, ανά αστεροειδή, εμφανίζονται: πρώτα ο βασιλιάς, που ζητεί υπηκόους, ο κουφιοκεφαλάκης, που θέλει παλαμάκια, ύστερα ο μπεκρής, που σιωπά, ο επιχειρηματίας, που δεν έχει καιρό για χάσιμο και κατέχει τα αστέρια, ο φανοκόρος, που τηρεί τον «ορισμό», να σβήνει και να ανάβει το φανάρι του, καθώς και ο γεωγράφος σοφός των βιβλίων. Τέλος, ο μικρός πρίγκηπας φτάνει στη γη και μιλά με το φίδι της Αφρικής. Από τα πιο άμεσα αναγνώσματα, τα οποία συμβάλλουν στην αναγνωστική συνείδηση. Ώστε, δεν είναι ο χώρος που υπερτερεί – διαμορφώνοντας μια μερική συνείδηση παραλίας- αλλά ο χρόνος, ο οποίος αξιώνει από τον αναγνώστη να επιστρέφει στην Ιστορία των ιστοριών του: στον ίδιο τον εαυτό του. Καλύτερα 5 γραμμές φιλοσοφίας παρά 20 σελίδες αερολογίας, πόσο μάλλον όταν είμαστε in the open air…don’t you …“sea”?

*aspro στα ιταλικά είναι το πικρό. Και φυσικά αυτά τα ονειρεμένα νερά είναι στη Σέριφο (Χρυσή Άμμος)

26.7.11

Cinema Time σήμερα-αύριο στην πόλη, στις 21.30

Athens Open Air Film Festival - Φεστιβάλ Θερινού Κινηματογράφου της Αθήνας

Να συλλογίζεσαι το σινεμά, όπως συλλογίζεσαι την πόλη σου.
Τη ζωή σου. Μια αέρινη μυθολογία του καλοκαιριού.

Οπότε, έχουμε και λέμε:

Για σήμερα, Τρίτη 26 Ιουλίου, στις 21:30 δίπλα σε ένα από τα πιο όμορφα πολιτιστικά μνημεία της πρωτεύουσας, στην οδό Αρεοπαγίτου, οι Αλέξης Αλεξίου, Γιώργος Νούσιας, Σύλλας Τζουμέρκας, Γιάννης Φάγκρας, Παναγιώτης Φαφούτης και Ελισάβετ Χρονοπούλου εκθέτουν τις πρώτες κινηματογραφικές τους εικόνες, ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη. Είσοδος ελεύθερη.

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας με την ευγενική χορηγία του ΟΠΑΠ και σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, προβάλλουν κάποιες από τις πιο ιδιαίτερες πρώτες δημιουργίες των Ελλήνων σκηνοθετών του νέου ελληνικού ρεύματος, στην οδό Αρεοπαγίτου, ακριβώς στην είσοδο του σημαντικότερου υπαίθριου θεατρικού χώρου της Αρχαίας Αθήνας, του θεάτρου Διονύσου. Όλα αυτά στο πλαίσιο του Athens Every Week.


Για αύριο, Τετάρτη, 27 Ιουλίου, στις 21.30
Στην πλατεία Αυδή, στο Μεταξουργείο, μια ανάσα απ' το κέντρο διερχομένων, την πλατεία Ομονοίας, το Athens Open Air Film Festival θα παρουσιάσει απόσπασμα από το πρώιμο έργο των μεγαλύτερων σκηνοθετών παγκοσμίως.

Οι σκοτεινές εκδοχές της αμερικάνικης κοινωνίας, δια χειρός του «αναρχικού» Τόντ Σόλοντζ σμίγουν με τις εικόνες διαλογισμού του Αλφόνσο Κουαρόν και τον ερεβώδη κόσμο του εικονοκλαστικού αριστοτέχνη Τιμ Μπάρτον. Μια άγουρη εκδοχή του καλλιτεχνικού μεγαλείου του πατέρα όλων των νέρντ, Τζόρτζ Λούκας, παράταιρα παντρεμένη με το Judgment Park, του μάστερ της εκδίκησης, Παρκ Τσαν Γουκ μπλέκεται με την super 8, μπίτνικ εκδοχή του νεανικού ρεαλισμού, δια χειρός Γκας Βαν Σαντ.

Το καμάρι της ελληνικής φιλμογραφίας Αλεξάντερ Πέιν παρέα με την Αντρέα Άρνολντ, τον Άνταμ Έλιοτ και το Ντον Άλαν Πενεμπέικερ του Cinéma vérité θα συμπληρώσουν την εναλλακτική προβολή, προτείνοντας τελικά μια πολυθεματική κινηματογραφική βραδιά, αφιερωμένη σε 10 από τους πιο επιδραστικούς εν ζωή σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμά.

9.7.11

ΣΥΡΤΑΡΙ ΧΧΙΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΕ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ Πύργος Μπαζαίου - Νάξος

ΣΥΡΤΑΡΙ ΧΧΙΙ
Φωτογραφίες σε αποσύνθεση
Πύργος Μπαζαίου - Νάξος
Διάρκεια: 23 Ιουλίου ως 2 Σεπτεμβρίου 2011 / Καθημερινά: 10:00–17:00
Εγκαίνια: Σάββατο 23 Ιουλίου, ώρα 20:30


Επιμέλεια: Λεωνίδας Κουργιαντάκης, Αλίκη Τσίργιαλου (Μουσείο Μπενάκη)
Οργάνωση: Μάριος Βαζαίος (ΑΙΩΝ)
Διοργάνωση:
ΑΙΩΝ Πολιτιστικός Οργανισμός – Μουσείο Μπενάκη

Less is More. Αυτό είναι το συνθηματικό για το 11ο φεστιβάλ Νάξου. Στην πρόσληψη, την αφομοίωση και την απόδοση της μινιμαλιστικής ιδέας, το Μουσείο Μπενάκη, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό "ΑΙΩΝ", φέτος, απαντά με πρωτοτυπία, μυστικισμό, υποψία. Μέρος από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη εκτίθεται αλλιώς. Στοιχηματίζοντας επάνω στην αυθεντία της παράδοσης, ο Λεωνίδας Κουργιαντάκης, φωτογράφος του Μουσείου (Μπενάκη), ενθέτει το σήμερα, στο χτες. Ώστε, οι νέες διχοτομικές μεταμορφώσεις, στο πλαίσιο της αισθητικής αφήγησης, κόντρα στην πρότερη κλασική αφήγηση, καθιστούν δυνατή την επαναθεώρηση του έργου. Οι φωτογραφίες μετοικούν από το "τετέλεσθαι" προς μια νέα εντολή του χρόνου, σαφώς "ποιητική", παρέχοντας τη δυνατότητα, στους θεατές, να γίνουν παρατηρητές: του χάσματος, της σχάσης, της φθοράς. Εν τέλει, εξ' αφορμής αυτού του ύστερου ματιού, ενώ γυαλίζει εγωιστικά, αντλώντας ικανοποίηση, άρα εκστατική απόλαυση, τη στιγμή που δεν αποσυνθέτει τη γυαλάδα του σε δάκρυ, ο θεατής "παθαίνει" το αισθητικό αποτέλεσμα της επέμβασης, του "οπωσδήποτε" στο "τότε". Αυτή η ηχώ της περι-γραφής, που δρα υπόγεια, της αφήγησης, ώστε να δρα και ως θεραπαινίδα της, είναι μια ηχώ ανάλογη του Ελύτη και της "Αυτοψίας", όταν γράφει: "Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη"...

Όπως αναφέρεται στο δελτίο τύπου, στη "φωτογραφική αρχειακή συλλογή, η αναίρεση του αφηγηματικού περιεχομένου εκφράζεται μέσα από τη μερική ή ολοκληρωτική καταστροφή του πρωτότυπου υλικού της. Οι φθορές του υλικού αυτού οφείλονται κυρίως στην αναπόφευκτη χημική αλλοίωση του υποστρώματός του, η οποία ενισχύθηκε από τις ακατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες που είχε βρεθεί πριν από την ένταξή του στις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη. Το έναυσμα για την πραγματοποίηση της έκθεσης αυτής έδωσε το περιεχόμενο του Συρταριού νούμερο ΧΧΙΙ, τμήμα μιας μεταλλικής συρταροθήκης που βρίσκεται τοποθετημένη στο χώρο όπου φυλάσσεται το πρωτότυπο φωτογραφικό υλικό του Αρχείου.

Το περιεχόμενο του "Συρταριού ΧΧΙΙ" αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των αρχείων γνωστών φωτογράφων όπως του Νικόλαου Τομπάζη, του Δημήτρη Χαρισιάδη, του Περικλή Παπαχατζιδάκη και της Nelly's και παρά την εκτεταμένη χημική φθορά της υπόστασής του, έχει φυλαχτεί. Είναι αυτονόητο ότι οι εικόνες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν το έργο των παραπάνω φωτογράφων ούτε φυλάσσονται με σκοπό την παρουσίασή τους".

8.7.11

Μπαρ Ταρ στο "Συν Κάτι", 9 & 16 Ιουλίου, 8μ.μ


ΜΠΑΡ ΤΑΡ
της Γαλάτειας Ριζιώτη



Σάββατο 9 & 16 Ιουλίου & ώρα 8μ.μ | Θέατρο «ΣΥΝ ΚΑΤΙ»


Η Μαρία Βασιλοπούλου θα διαβάσει το διήγημα «Je reviens».
Ο Κωνσταντής Μπαρμπούρης θα διαβάσει το διήγημα «Μπαρ Ταρ».
Η Στέλλα Ριζιώτη θα διαβάσει το «Στριπ Πόκα».

ΘΕΑΤΡΟ «ΣΥΝ ΚΑΤΙ»
Μεθώνης 46 (1ος ορ.), Εξάρχεια
210 7249638

*Για το βιβλίο
(Ελληνική πεζογραφία, ISBN: 978-960-04-4012-6, σελ. 296, τιμή: 16€, Φεβρουάριος 2011)

Δεκαέξι διηγήματα με μαύρο χιούμορ για όσα και όσους πυρπολούν την καθημερινότητά μας.
Καθημερινές ιστορίες με απρόβλεπτη τροπή για τη σαπουνόφουσκα των ανθρώπινων σχέσεων.

«Η μέρα ήταν βροχερή. Όχι, δεν ήταν η μέρα βροχερή. Η νύχτα ήταν βροχερή και ο Θωμάς Έξαρχος έκανε περιπολία. Το κακό με τη μυθιστοριογραφία είναι ότι, ενώ θέλεις να δημιουργήσεις μια ιστορία και να ταξιδέψεις νοερά σε έναν φανταστικό χωροχρόνο, έρχεται η πραγματικότητα σαν απρόσκλητη επισκέπτρια, χτυπάει την πόρτα και ρωτάει «να μπω;» Η φαντασία εξαφανίζεται, η πραγματικότητα στρογγυλοκάθεται και σαν τους Σικελούς μαφιόζους, που σε προειδοποιούν με ήπιο τόνο ότι, αν δεν κάνεις αυτό που σου λένε, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρεθείς νεκρός σε ανύποπτο χρόνο, η πραγματικότητα, ύπουλα ήρεμη, σου ξεκαθαρίζει ότι μυθιστοριογράφος δεν πρόκειται να γίνεις στον αιώνα τον άπαντα. Τι τους θες τους μύθους, σου λέει, όταν έχεις εμπρός σου την αλήθεια;»


* Η Γαλάτεια Ριζιώτη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Εργάζεται ως κτηνίατρος. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν οι συλλογές διηγημάτων της Το Ροζ της Ταϊλάνδης (1998) και Ντραμς (2001).