Showing posts with label Εθνικό Θέατρο. Show all posts
Showing posts with label Εθνικό Θέατρο. Show all posts

18.1.13

Η Οδύσσεια του Ουίλσον στο Εθνικό Θέατρο



Η «Οδύσσεια» του Αμερικανού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ουίλσον, σε συμπαραγωγή του Εθνικού με το Piccolo Teatro του Μιλάνου, είναι το αποτέλεσμα μιας σύγχρονης οπτικοποίησης, η έναρξη της οποίας, για το θεατή, σηματοδοτεί το πέρασμα στη μαγεία της εικόνας, ενώ το τέλος της ιστορεί την αμφιθυμία ανάμεσα στην εργαζόμενη μνήμη, ήτοι κειμενική α-λήθεια, και στην περιεργαζόμενη κειμενικότητα.

Ειδικότερα, η εργαζόμενη μνήμη είναι αυτή που νοερά σημειώνει μια σχέση αναφοράς με το κείμενο και την αλήθεια του μύθου, ώστε η σημασία της να εδράζεται στη μη λήθη. Από την άλλη, η περιεργαζόμενη κειμενικότητα αναπτύσσεται στη σχέση του συμβόλου «Οδύσσεια» με τα δεδομένα της οπτικής, της θεατρικής τέχνης και της αντίληψης. Δε χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα παράδειγμα τέχνης και οπτικής αντίληψης. Αν για τον Μαλλαρμέ, «η ποίηση γράφεται με λέξεις», αναντίλεκτα για τον Ουίλσον, η σκηνοθεσία γράφεται με εικόνες.

Στο πλαίσιο αυτού του συμβολισμού, βέβαια, ένα έκτροπο είναι αρκετό για να μην συγχέονται ούτε οι εποχές με τις τάσεις ούτε ο συμβολισμός –ενός ιδεατού περιβάλλοντος- με το σύγχρονο ηδονισμό –της εικόνας και ενός συστήματος εικόνων-. Όταν προορισμός της παράστασης είναι να ταξιδέψει και να διαφημίσει στο εξωτερικό την Ελλάδα και την «Οδύσσεια», όπως την εμπνεύστηκε ο Ουίλσον, η μία οπτική σκηνή τύπου Τζουράσικ Παρκ όχι μόνο είναι παράταιρα περιττή αλλά και είναι, σε όλη την παράσταση, η μόνη κακόγουστη προσέγγιση, η οποία ωστόσο αποδεικνύει αυτό που γίνεται επί σκηνής και, πίσω από την αστική (οπτική) αντίληψη, έχει ένα όνομα: εκκοσμίκευση, μέσα από ηχηρά ονόματα παραγωγής.

Πράγματι, είναι πρόκληση για ένα διάσημο σκηνοθέτη να σπάει το θρησκευτικό-ιερό χαρακτήρα ενός έπους με στόχο να ανοίξει τους ορίζοντές του και να προσφέρει ένα θέαμα εικόνων και ήχου. Και ο Ουίλσον δεν επαφίεται μόνο σε αυτό. Επιλέγει το μουσικό πέρασμα, από σκηνή σε σκηνή, να θυμίζει βωβό κινηματογράφο. Διαμορφώνει το στήσιμο και την υφολογική ερμηνεία των ηθοποιών να παραπέμπουν σε ανατολίτικο θέατρο σκιών. Και αξιοποιεί το φωτισμό, ώστε να αναδεικνύει ποιητικά το σύνολο των μορφών, δημιουργώντας ένα παράλληλο μόρφωμα της παράστασης. Μέσα σε όλα αυτά, δεν ξεχνά τη σχέση του θεατή με το χώρο και, κατά συνέπεια, δουλεύει τη σχέση προοπτικής και βάθους.

Ως εκ τούτου, αυτός ο Αμερικανός κάνει πολλά για να έχει η «Οδύσσεια» τον Ουίλσον της. Μεταξύ των σκηνικών, αυτό που ήταν όχι απλώς ιδιαίτερο αλλά και υποβλητικό, ως δείγμα συγκερασμού, της αισθητικής και του ερωτισμού, ήταν το λουλουδένιο ανάκλιντρο της Κίρκης και του Οδυσσέα. Αντλεί κειμενικές καταβολές στις μέρες τέχνης του 1936 και της Μέρετ Όπενχαιμ, όταν εκείνη εξέθετε το «Φλιτζάνι τσαγιού με γούνινη επένδυση», από γούνα κινέζικης γαζέλας, επεμβαίνοντας στην πράξη του πρωινού, μετά τη συνεύρεση και τον ύπνο ή πριν από την αφύπνιση της νέας επιθυμίας. Ομοίως, η αξιοποίηση του φυσικού, μέσα από το σκηνικό κόσμο των λουλουδιών, λειτουργεί ως υπαινιγμός στην ανθρώπινη φύση και στον ενστικτώδη ερωτισμό.    

Ωστόσο, προκύπτει ένα σημαντικό θέμα, μέσα από αυτήν την οπτική πράξη του έπους: κατά πόσο η οπτική παράσταση της Οδύσσειας ωφελεί και, άρα κρατά σε εγρήγορση τους θεατές της; Διότι, η πρωτοκαθεδρία της εικόνας ενέχει τον κίνδυνο να αποκοιμίσει το θεατή, βυθίζοντας τη σκέψη και απογοητεύοντας την εργαζόμενη μνήμη. Καθώς το οπτικό αποτέλεσμα της παράστασης, επί της ουσίας, δεν μου απευθύνεται, καθώς είτε είμαι είτε δεν είμαι εκεί, ένα και το αυτό, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραμύθι, εκτός και αν επαναπροσδιορίσουμε το «παραμύθι», χαρακτηριστικό του οποίου μέχρι σήμερα είναι η αμεσότητα.

Εν προκειμένω, η «Οδύσσεια» του Ουίλσον για μας, αλλά χωρίς εμάς, δεν συντίθεται στη βάση του θεατή. Συντίθεται στη βάση να γίνει μια κοσμική παραγωγή με δυνατότητες- όπως και οι Ιταλοί (Giacinto Palmarini, Gaia Aprea, Laura Marinoni) συνηθίζουν, για παράδειγμα, στο Teatro Greco των Συρακουσών να παίζουν με μικρόφωνα- προκειμένου να προβληθεί μία υπερ-παράσταση, ένα υπερωκεάνιο που σταθμεύει ανά τον κόσμο και μέσα στο χρόνο. Έτσι γίνεται και το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων. Η οπτικοποίηση της «Οδύσσειας» του Ουίλσον και ο τρόπος με τον οποίο σχηματοποιεί τη διάρκεια, τελικά, καταλήγουν όχι απλώς να μη συγκινούν- γιατί αυτός ποτέ δεν ήταν και ο σκοπός- αλλά να μη συνεπαίρνουν το θεατή από την αρχή έως το τέλος. Ενώ η αρχή της «Οδύσσειας» με τον Όμηρο, Νικήτα Τσακίρογλου, ταξιδεύει το θεατή στο όνειρο και τον μεταφέρει σε ένα χρόνο φάσμα, η πορεία προς την ολοκλήρωση της παράστασης σημειώνει και, κάπως βραδυκίνητα σε μερικά μέρη, το τέλος των εικόνων. Μετά την εικόνα τι λοιπόν; Ενδεχομένως αυτό να είναι και το ζήτημα της οπτικής προσέγγισης: η εικόνα-χρόνος ως μέσο οργάνωσης της αντίληψης.
    
Συνολικά, ως Αντίκλεια, Αρήτη και Ευρύκλεια(υπηρέτρια της Πηνελόπης) η Λυδία Κονιόρδου πέτυχε ισορροπημένες και εντυπωσιακές μεταμορφώσεις, διατηρώντας τη γραμμή της ερμηνείας μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, με το να διαχειρίζεται την απόσταση ή τη χειρονομία κατά περίπτωση. Η  Μαρία Ναυπλιώτου  ως Καλυψώ, Κίρκη και Πηνελόπη απέδωσε άρτια τις κινησιολογικές και υφολογικές απαιτήσεις των ρόλων, προσθέτοντας μια αριστοκρατική αύρα. Όλοι οι ηθοποιοί ακολούθησαν την κοινή σκηνοθετική γραμμή, ωστόσο ο Οδυσσέας του Σταύρου Ζαλμά, επειδή είχε και τον περισσότερο χρόνο να εκτεθεί, εγκλωβίστηκε μέσα στο οπτικό αποτέλεσμα. Καθώς ήταν ο μόνος που ήταν, αλλά δεν ήταν, -εφόσον έπρεπε να διαχειριστεί και την κρυφή ταυτότητα του Οδυσσέα-, φάνηκε ότι μιμείται το πρόσωπό του, ενώ η σκηνοθετική γραμμή της πόζας ήταν πέραν της μίμησης και πλησιέστερα στην εποπτεία της στιγμής. Όπως και να ‘χει πάντως, στην εποχή της εικόνας και των κινήτρων, η «Οδύσσεια» του Ουίλσον είναι μία παράσταση που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Η εξαιρετική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου το επαληθεύει.  

Η ταυτότητα της παράστασης
Σύλληψη, Σκηνοθεσία, Σχεδιασμός σκηνικού,  Σχεδιασμός φωτισμών: Robert Wilson
Κείμενο: Simon Armitage
Δραματουργία: Wolfgang Wiens
Συνεργάτες σκηνοθέτες: Ann-Christin Rommen / Tilman Hecker
Σχεδιασμός κοστουμιών: Yashi Tabassomi
Συνεργάτης – Σχεδιασμός σκηνικού: Stephanie Engeln
Μουσική επίβλεψη: Hal Willner
Συνεργάτης σχεδιαστής φωτισμών: Scott Bolman

Μετάφραση κειμένου στα ελληνικά – Δραματολογική υποστήριξη: Γιώργος Δεπάστας
Μουσική – Πιάνο: Θοδωρής Οικονόμου
Σχεδιασμός ήχου: Studio 19 – Κώστας Μπώκος, Βασίλης Κουντούρης
Φωνητική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσσα Τριανταφύλλη
Βοηθός σκηνογράφου: Μαρία Τσαγκάρη
Βοηθός  ενδυματολόγου: Βασιλική Σύρμα

Τα σκηνικά και τα κοστούμια κατασκευάστηκαν στα εργαστήρια του Piccolo Teatro di Milano.

Διανομή
Οδυσσέας: Σταύρος Ζαλμάς
Όμηρος, Τειρεσίας: Νικήτας Τσακίρογλου
Αντίκλεια, Αρήτη, Ευρύκλεια: Λυδία Κονιόρδου
Καλυψώ, Κίρκη, Σειρήνα, Πηνελόπη: Μαρία Ναυπλιώτου
Ζευς, Αλκίνοος, Εύμαιος: Αλέξανδρος Μυλωνάς
Ευρύλοχος, Αντίνοος: Άκης Σακελλαρίου
Αθηνά, Σειρήνα: Ζέτα Δούκα
Ερμής, Τηλέμαχος, Αλκμαίων: Αποστόλης Τότσικας
Ελπήνωρ: Κοσμάς Φοντούκης
Ναυσικά: Βίκυ Παπαδοπούλου
Ευρυβάτης, Ευρύμαχος: Γιωργής Τσαμπουράκης
Περιμήδης, Αμφίνομος: Γιώργος Γλάστρας
Πολίτης: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης
Σειρήνα, Υπηρέτρια της Κίρκης: Λένα Παπαληγούρα
Σειρήνα, Υπηρέτρια της Κίρκης: Μαριάνα Καβαλιεράτου
Ναύτης: Γιώργος Τζαβάρας
Άντιφος, Αγέλαος: Θανάσης Ακοκκαλίδης
Φαίακες: Λένα Παπαληγούρα | Γιώργος Γλάστρας | Μαριάννα Καβαλιεράτου | Θανάσης Ακοκκαλίδης
Θεοί: Θίασος

Στο ρόλο του Κύκλωπα ακούγεται η φωνή του Δημήτρη Πιατά
Φωτογραφίες: Εύη Φυλακτού, Stephanie Engeln
Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή Τσίλλερ, Αγίου Κωνσταντίνου 22 – 24

31.12.12

"Ζ" όπως Ζει, στο Εθνικό Θέατρο


Η παράσταση «Ζ» σε δραματουργική σύλληψη και σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου, στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου, δεν είναι μόνο η οπτική αναπαράσταση του ομώνυμου μυθιστορήματος του Βασίλη Βασιλικού. Είναι η προϊστορία ενός καίριου βιώματος της ελληνικής κοινωνίας, η συμβολικότητά του στο σήμερα, -δεδομένου ότι η παράσταση αναπτύσσει ιστορική σχέση με το χρόνο,- και η μετα-ιστορία του πολιτικού αντίκτυπου στα μορφώματα της κοινωνικής συμπεριφοράς και δράσης, ώστε ενίοτε να γίνεται λόγος για κοινωνικοπολιτικούς κραδασμούς. 

Είναι ευρέως γνωστό ότι το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού, το «Φανταστικό μυθιστόρημα ενός εγκλήματος», γράφτηκε το 1966. Χάρη στην ταινία του Κώστα Γαβρά, το 1969, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο. Θέμα του «Ζ» είναι η δολοφονία του Γρηγορίου Λαμπράκη στις 22 Μαΐου του 1963, στη Θεσσαλονίκη. Επίσης γνωστό είναι ότι ο Λαμπράκης υπήρξε συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ βουλευτής, υφηγητής Ιατρικής, παλαίμαχος βαλκανιονίκης και κορυφαίος ειρηνιστής. Ως εκ τούτου, η προσωπικότητά του έγινε στόχος του παρακράτους εκείνης της εποχής, καθώς παρακρατικοί παράγοντες διατηρούσαν στενές σχέσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας, επιχειρώντας να φιμώσουν τις φωνές της ελευθερίας και της πολιτικής συνείδησης. 

Η δράση της θεατρικής προσαρμογής, λοιπόν, εκτυλίσσεται στην εποχή της μετεμφυλιακής διαμάχης δεξιών και αριστερών, ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος ανάμεσα στην Αμερική και τη Ρωσία βρισκόταν σε εξέλιξη. Σε αυτό το πλαίσιο, ενάντια στα συμφέροντα των «μεγάλων», έδρασαν άνθρωποι, όπως ο Λαμπράκης, επιχειρώντας να κινηθούν ενωτικά. Το συμπέρασμα είναι ότι, αν δεν δολοφονούσαν τον Λαμπράκη, θα ήταν δυσκολότερο να εκκολαφθεί το αυγό του φιδιού, απ’ όπου επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, το 1967, τέσσερα χρόνια μετά. 

Προϊστορία 
Η θεατρική σύλληψη του «Ζ» είναι το αποτέλεσμα μιας καλής συνεργείας, αρμονίας του υλικού της, έμψυχου και μη. Τόσο το νόημα όσο και η αναγκαιότητα για μια τέτοια παράσταση υποδηλώνουν τη γενική κατάσταση, η δραματικότητα να πλαισιωθεί μεν από τη γκρίζα εμπειρία της κοινωνικής ανισορροπίας και του αδιεξόδου, που σημάδεψαν την ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής• εντούτοις, αυτή η δραματικότητα πετυχαίνει να κινηθεί σε έναν θεατρικό άξονα δημιουργίας και νομοτελειακής ταυτότητας. Αν ο πολιτικός χρόνος, ο οποίος εκθέτει ένα έγκλημα, εισβάλλει με έμφαση στη σκηνή, με κίνδυνο να εκθέσει και τις αδυναμίες των ηθοποιών του, εδώ γίνεται δύναμη για να προβληθεί η σημασία του στοιχειώδους, ήτοι, του δημοκρατικού συστήματος δικαίου. Το έργο ουσιαστικά παρακολουθεί τον αγώνα για την αποκάλυψη της αλήθειας γύρω από την πολιτική δολοφονία του Λαμπράκη. 

Συμβολικότητα-ιστορικότητα 
Η σύμπραξη των ηθοποιών εξυπηρετεί την ποιητική και συγχρόνως ρεαλιστική απόδοση των ιστορικών γεγονότων. Η σκηνική πραγματικότητα επίσης ενισχύει το συμβολικό χαρακτήρα των παραστασιακών κινήσεων. Για παράδειγμα, μια εκτενής επιφάνεια λειτουργεί ως διάδρομος-πέρασμα του χρόνου αλλά και ως τράπεζα-τόπος της σκηνικής δράσης. Επιπρόσθετα, η ποιητική εικόνα της δολοφονίας του Λαμπράκη, ως απόηχος της απελευθέρωσης της ψυχής, εκφράζεται μέσα από ένα λευκό μπαλόνι. Το τελευταίο λειτουργεί ως το εκτόπισμα της ψυχής, η οποία αρνείται κάθε επαφή με τη γη, σαν να ήταν ανέκαθεν αναπόσπαστο μέρος του ουρανού• σαν να ήταν μέρος του σύμπαντος που δεν επηρεάζεται από την εγκόσμια εξαθλίωση. Ο ρόλος του «Ζ» - που υποδύεται ο Γιάννος Περλέγκας- συμβάλλει ουσιαστικά ώστε να μη χάνεται η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ιστορικά εμφανές και στο ποιητικά πρόδηλο να λάμψει. Η αφήγηση στην παράσταση θέτει και το ζήτημα, πότε η πολιτικοποίηση μέσω της τέχνης μπορεί να είναι μια πολιτιστική κινητοποίηση και αφύπνιση. 

Μετα-ιστορία 
Όσον αφορά στο πότε η πολιτικοποίηση μέσω της τέχνης μπορεί να είναι μια πολιτιστική κινητοποίηση και αφύπνιση, η μετα-ιστορία της παράστασης συνδέεται με τη διαφοροποίηση, ήτοι, με την απόσπαση από την αναπαράσταση. Στην περίπτωση της πετυχημένης προσαρμογής, αυτή η απόσπαση τυγχάνει να είναι απολαυστική, ώστε η αντινομία, του χρόνου περιεχομένου και του χρόνου σήμερα, να επιλύεται. Αριστοτεχνικά ψυχρό, στα σημεία που χρειάζεται, το «Ζ» επιδιώκει να φωτίσει τις σκιές των ελληνικών κοινωνικών προβλημάτων, χωρίς ωστόσο να γίνει ηθικοπλαστικό. Σύγχρονο, λιτό, εξισορροπεί ανάμεσα στο προκριθέν σημείο αναφοράς του, το κείμενο, και στις δουλεμένες ερμηνείες των ηθοποιών του, υπό την εποπτεία της Έφης Θεοδώρου. Μια παράσταση που πείθει για το ότι το θέατρο μπορεί να είναι το παν, όταν οι συντελεστές του δεν το μεταχειρίζονται σαν παιδότοπο, για να πράξουν ως αν είχαν χάσει το παιχνίδι τους. 

Ζ: ζωύφιο, ζώο, ζωή, ζόρι, ζάρι, ζιζάνιο, ζέω, ζέση, ζεματιστό. 

Το «Ζ: Δραματουργική προσαρμογή - Σκηνοθεσία Έφη Θεοδώρου • Σκηνικά Εύα Μανιδάκη • Κοστούμια Ιωάννα Τσάμη • Μουσική Νίκος Πλάτανος • Κίνηση Ερμής Μαλκότσης • Φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης • Βοηθός σκηνοθέτη Ασπασία - Μαρία Αλεξίου • Βοηθός σκηνογράφου Μάρω Τσάγκα • Βοηθός ενδυματολόγου Δήμητρα Λιάκουρα 
Διανομή: • Θανάσης Δήμου • Μαρία Κεχαγιόγλου • Γιάννης Κότσιφας • Χριστίνα Μαξούρη • Κίτυ Παϊταζόγλου • Γιάννος Περλέγκας • Χάρης Φραγκούλης • Νικόλας Χανακούλας • Νίκος Χατζόπουλος 

Τελευταία παράσταση: 24/02/2013 
Τηλέφωνο ταμείου:: 210 5288170 - 171