31.3.11

Η ηχώ του Πελεκάνου σήμερα μετά την αυλαία στο Bios

29 Μαρτίου, 20.40μμ., Πειραιώς 84. Σχεδόν μια ώρα, σχεδόν μια περικεφαλαία πάνω από το κεφάλι μου. Πρόβλημα: πώς να σκοτώσω τα περίσσεια λεπτά μέχρι την έναρξη του Πελεκάνου στις 21.30; Παίρνω, από τους γειτονικούς δρόμους, την Πλαταιών. Κινούμαι σαν ξένη και ιδιαίτερα παρατηρητική για τη γύρω περιοχή. Παρατηρώ ίσον γυρίζω πίσω. Θυμάμαι, στο ταξίδι στη Σκωτία, χαμηλού budget, ένα σούπερ μάρκετ, μικρό παράδεισο, να ξεφυτρώνει μέσα από το πάρκο με τους λαχανιασμένους, στο Εδιμβούργο, μπροστά στα μάτια μου. Συμβαίνει και τώρα. Με το που το βλέπω, είναι σαν η μικρή σοκολάτα να μπήκε κιόλας στο τσεπάκι. Με τη γλύκα της ξενότητας, επιστρέφω στο Bios. Μια ανάμνηση στο ρυθμό του Στρίντμπεργκ μου σφαλίζει το βήμα. Είναι εκείνα τα γαλάζια και άκομψα νάιλον, που φορούσαμε, στο σπίτι-μουσείο του, στη Στοκχόλμη, ενώ σουλατσάραμε στην εποχή του, πίσω στο 1907. Τότε γράφτηκε ο «Πελεκάνος», για μια συμμορία μονολόγων, και έπαθλο το πελέκημα, αποτέλεσμα μιας γλώσσας που δεν σκιάζεται από τις συγκρούσεις των οικογενειακών σχέσεων, όπως οι εμπλεκόμενοι σε αυτές, αλλά γίνεται ο καθρέπτης του συγγραφέα, που ρίχνει τον πέλεκα εκεί που συνηθίζει: στη γυναικεία φύση, όχι ειδικά στη γυναίκα. Εξ’ ου και «πελεκάνος», το πτηνό πέλεκας. Σαν πελεκάνος ο Στρίντμπεργκ δεν δείχνει συμφιλιωμένος με τη γυναικεία πλευρά του, έχοντας βγει από τρεις γάμους, και γι’ αυτό ρουφά απ’ το αίμα του θύματός του· δεν είναι παρά η γυναίκα-σύζυγος-μάνα, μετά το θάνατο του πατέρα της οικογένειας.
Δύσκολα πράγματα. Υπόγεια.

Σε αυτά τα δύσκολα, η σκηνοθέτης Σύλβια Λιούλιου πέτυχε. Εξαιρετική πρόταση, ξεκάθαρος ο προβληματισμός, γύρω από το θέατρο του λόγου και με διακριτική τη συμμετοχή του κειμένου στην παράσταση, στο Bios Basement. Στο πλευρό των ηθοποιών- Λαέρτη Βασιλείου και Μιλτιάδη Φιορέντζη- βρίσκονταν οι σκιές των προσώπων: της Γκέρντας, του Άξελ, του Φρέντρικ… Εν προκειμένω, αυτό το Θέατρο της εμπρόθετης εγρήγορσης, στον ειρμό της οποίας η πληθώρα των προσώπων-εικόνων θα μπορούσε να αποβεί αποπροσανατολιστική, χτίζει πάνω στην Ανατολή του εφήμερου(σώμα του ηθοποιού) και, μέσα στον ίδιο χρόνο, πάνω στη Δύση του αιώνιου(γήινο και πέτρινο στοιχείο της κληρονομιάς). Προφανώς, σε αυτόν τον «Πελεκάνο», η ιδέα της θεατρικότητας a priori ανακτά τα εχέγγυα του ελεύθερου λόγου, χωρίς την εξάρτηση από το σώμα των εικόνων. A posteriori, η φωνή του κειμένου γλιστρά από τους δύο πολυπρόσωπους εναλλάξ πυλώνες, για να πέσει άμεση, υποβλητική, αινιγματική και να ενσωματωθεί με το κοινό της παράστασης. Ως εκ τούτου, παράγεται «ένα διαβολικό καπρίτσιο ή μια παρόρμηση», που αν και ο συγγραφέας δεν μπορούσε να εξηγήσει, η Σύλβια Λιούλιου τα έντυσε με μια σύγχρονη ματιά, μειώνοντας τις αποστάσεις ανάμεσα σε παλιό και νέο, ηθοποιό και θεατή. Έξυπνη φόρμα, σωτήρια αλλά και πέλεκας, συγχρόνως, για τους ηθοποιούς, που πρέπει να δίνουν την αλήθεια της φωνής αντί για τη φλυαρία της υπερβολής. Το videoκλείσιμο με το σκοτεινό νανούρισμα, της θάλασσας, τη στιγμή που και οι δύο, Λαέρτης Βασιλείου και Μιλτιάδης Φιορέντζης, υψώνουν το βλέμμα και κοιτούν την εικόνα της, σαν να κάνουν image therapy, συμβολίζει παράλληλα με το έργο, αυτή τη γλύκα της ξενότητας. Το αντίθετο της τυραννίας της οικειότητας.

Στη διάρκεια της παράστασης, με περιβάλλει μια ζεστή οικειότητα. Η μουσική του Δημοσθένη Γρίβα- που ακόμη δεν ήξερα ότι ήταν δική του- συνέβαλε σε αυτό πολύ. Είχε μια ταυτότητα, συγκρίνοντας αυτό που άκουγα με τη μουσική από τη Bossa Nova και το τοτινό κείμενο για τις «Αντιλόπες»… εξίσου αινιγματική, εξίσου της αναχώρησης και της αναζήτησης.

Σε οπτική αντιστοιχία, με το επώνυμό της, η Λιούλιου δεν πήρε απλώς άριστα 10. Πήρε 11. Ο Λαέρτης Βασιλείου και ο Μιλτιάδης Φιορέντζης, αλλά βέβαια και η μετάφραση από την Έρι Κύργια, ήταν καθοριστικοί παράγοντες για το εξαιρετικό ομαδικό αποτέλεσμα μιας ψυχογραφικής ματιάς του τύπου «En avant l’ existence», χωρίς να μιμείται την εικόνα, αλλά με το να δείχνει τι κρύβεται μέσα της. Όλη η πρόταση είχε κάτι από γαλλική σκέψη, που μεσολαβούσε διακριτικά και ανεπαίσθητα, ακόμη και σε εκείνον το χαριτωμένο μπερέ… Ήταν μια παράσταση της αστικής, μη κερδοσκοπικής εταιρείας θεάτρου blue plaque.

*Ποιοι δεν αναφέρθηκαν αλλά συνέβαλαν:
video: Χρήστος Δήμας
Σκηνικά-Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Φωτισμοί: Εβίνα Βασιλακοπούλου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Βαϊνανίδη

28.3.11

Και η Κασσάνδρα το είπε: that’s all folks!...

Η δική μου 25η Μαρτίου, φέτος, δεν θύμιζε σε τίποτε επικές εποχές του άγχους πριν από την παρέλαση και μετά, μιας απελευθερωτικής βιασύνης, να πετάξω, από πάνω μου, τη μπλε μελαγχολική φούστα με το φαρδύ λευκό βαμβακερό, για να επιστρέψω στη γνήσια πιτζάμα μου. Ο ύπνος δεν μας πρόδωσε ποτέ, πόσο μάλλον, φέτος, που ζητούσαμε ένα «Ναι» από τους Γερμανούς και τη Μέρκελ, τώρα που ο Σόκρατες της Πορτογαλίας ήπιε το δαιμόνιο, κατάπιε το φαρμάκι της παραίτησης και ζητείται, για τη διάσωση του ευρώ, ένας καλός Ευρωζώνιος μαραθωνοδρόμος. Ψάξε, που να σώσεις, δεν θα τον βρεις. Κοιμήθηκα, λοιπόν, και βρήκα την ησυχία μου. Μόνο προς το βράδυ, εννιά και δέκα, με τα δαχτυλίδια μου, άρχισα να ομαδοποιούμαι και να ψάχνω, αισιόδοξα, μια θέση στο Μπαρ «Άνθρωπος», Γιατράκου 19 και Μεγ. Αλεξάνδρου, στο Μεταξουργείο. Επιτέλους καλά με τον εαυτό μου, που τήρησα την υπόσχεσή μου, -κυρίως για τον Σέρχιο-, χαιρετώ μερικούς από τους συμμαθητές της τελευταίας εβδομάδας, που βλέπω, και παίρνω θέση για την «Κασσάνδρα» του Sergio Blanco. Δεξιά μου, ακόμη το ηχείο βγάζει μουσική και μέσα στο θόρυβο της αναζήτησης, βρίσκω τον δάσκαλό μας με τους συμμαθητές, που δεν είχα δει κάτι λεπτά νωρίτερα. Σε αυτό το σεμινάριο, κατέληξα ότι δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Πρόσωπα του πίσω χρόνου επανήλθαν και, από στιγμιότυπα συγκεχυμένα, μεταμορφώθηκαν σε σημασιακούς άλλους. Πεταλούδες του χάους και της τρέλας. Υπάρχει χαμένος χρόνος, λοιπόν. Και απόσταση ανάμεσα.

Μέσα από την καθημερινή επαφή, στο σεμινάριο του I.T.I, για την αποδόμηση του διαλόγου με τον Σέρχιο Μπλάνκο, νιώθω ότι δεν γνώρισα μόνο έναν πολύ καλό δάσκαλο, αλλά κυρίως η ζωή μου εμπλουτίστηκε με ένα νέο πρόσωπο. Ευφυΐας και ειλικρίνειας την ίδια στιγμή. Που δουλεύει με εφήβους, 14-15 ετών, και θεωρεί τόσο άδικο όσο και λανθασμένο τον χαρακτηρισμό «alumno» ή «alunno». Όποιου του λείπει το φως, δεν είναι μαθητής. Αντίθετα. Ο Σέρχιο θεωρεί ισάξιους και άρα, εξυπνότερους τους εφήβους, με τους οποίους δουλεύει και συνεργάζεται στο Παρίσι. Την προσέγγισή του, σχετικά με ποιον τρόπο πρέπει ο μονόλογος να αντιμετωπίζεται, διαπίστωσα με μεγάλη μου χαρά, στην ωριαία περίπου παράσταση της Κασσάνδρας. Ο εξαερισμός σταματά, οι γόπες σβήνουν, το έργο αρχίζει. «cigarettes you want? Cigarettes…». Η Κασσάνδρα ρωτά τον πρώτο θαμώνα. Είναι ο συγγραφέας αυτοπροσώπως. Ή ο συγγραφέας μπεκρής, αν προτιμάτε.

Η Κασσάνδρα στο μπαρ, με την μάσκα του Bugs Bunny, νομίζω ότι είναι η καλύτερη στιγμή της Δέσποινας Σαραφείδου. Σε σκηνοθεσία δική της και της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, η Κασσάνδρα με τα «αλλοδαπίστικα» αγγλικά –English for a fish-, κυοφορεί μια μπαρόβια φρεσκάδα, χωρίς να χάνει τη λεπτή γραμμή ισορροπίας, ανάμεσα σε χιούμορ και ειρωνεία, μύθο και ιστορία. Αυτή η Κασσάνδρα, που κάποτε ήταν αγόρι, έχει την πετσέτα του Bugs Bunny, αποκόμματα από περιοδικά, βάφει τα νύχια της, δαγκώνει το σώμα της. Και προσπαθεί να σαγηνεύσει, ρωτώντας για αυτό που επιθυμεί να ακούσει. Στην αρχή, με τα τσιγάρα της, προς το τέλος με την ενέργεια να αποκτά μια πιο εσωστρεφή κατεύθυνση. Στα δίχτυα του έρωτα για τον Αγαμέμνονα, μισώντας τον για την Κλυταιμνήστρα, αλλά και ζώντας από το σώμα της, για να συντηρηθεί οικονομικά. Όλα αυτά, συμβαίνουν μέσα σε ένα φυσικό σκηνικό, που θυμίζει περισσότερο κοινότητα παρά κοινωνία. Είναι μια περισσότερο φυσική θέληση, που ωθεί την Κασσάνδρα, προς τον Άνθρωπο, στο μπαρ Άνθρωπος, παρά μια λογική θέληση. Δεν είναι τίποτε επιτηδευμένο, ούτε φορτωμένο. Αντίθετα, όλοι ζούμε για ένα comic whiskey show, και θέλουμε να πιστέψουμε σε κάτι θετικό, αλλά χωρίς να μας ειπωθεί το παραμύθι, ότι είναι άλλος ο καλός και άλλος ο κακός.

Η Κασσάνδρα, που παραπονιέται ότι ούτε ο Ευριπίδης ούτε ο Σοφοκλής, της αφιέρωσαν από ένα έργο, είναι ένας «παραπονετικός λόγος» του ίδιου του Σέρχιο Μπλάνκο, στην απόπειρα να εγκαταστήσει νέους θεούς και δαίμονες, αναφορικά προς το «εγώ», στις ζωές μας, να δώσει υπόσταση σε νέους πυρήνες γραμμάτων, όπου όλα και όλοι αφορούν το θέατρο, πόσο μάλλον οι μετανάστες, οι άστεγοι, οι άνθρωποι με τα χαρτόκουτα. Αρκεί, να μη θαμπωθούμε από το λογικό φως, των δικών μας προκαταλήψεων, με κίνδυνο να μη μπούμε στο δικό τους φυσικό φως. Ο Σέρχιο με την Κασσάνδρα του, υπονοεί ότι η αλήθεια είναι το μέλι του ουρανού. Τα πράγματα είναι απλά, όπως όταν μαθαίνεις μια γλώσσα αργοπορημένα, και πέφτεις επάνω στη φράση «έλα λαγέ, γέλα». Δεν είναι τυχαίο που αναγνώρισα το «έλα λαγέ, γέλα», σε κείμενο της γραφής Braille. Ο Μπλάνκο βλέπει μέσα από συνδυασμούς και κουκκίδες πραγμάτων. Αυτό, το εκτυφλωτικό, που ζει με τους μαθητές του, είναι παρόν στα έργα του. Δεν υπάρχει ο τέταρτος τοίχος, ο ηθοποιός δεν είναι μόνος επί σκηνής, υπάρχει ένας θεατρικός άξονας. Και φυσικά, ο μονόλογος συνηγορεί στη δράση, ακόμη και όταν εκφέρεται ως μια έλλειψη δράσης. Πρέπει να επινοηθούν τα σημεία, απλώς, και ύστερα να ταιριάξουν μεταξύ τους, προκαλώντας το σύνολο. Έχω την αίσθηση ότι το σύνολο, των σημείων, υπηρετεί μιαν «αμβλεία έννοια», στην οποία τοποθετήθηκε ο Ρ. Μπαρτ, και εκλάμβανε το σημαίνον αυτούσιο, χωρίς σημαινόμενο. Έτσι πηγαία, μας έρχονται οι εικόνες από το κείμενό του, οι οποίες δρουν ανταγωνιστικά αλλά προπαντός δεν είναι αντίμαχες, η μία της άλλης. Χαρά μας μεγάλη που αρέσει η Αθήνα στο Σέρχιο και θα έρθει ξανά σύντομα. That’s all folks!

Συντελεστές:
Ερμηνεία: Δέσποινα Σαραφείδου
Σκηνοθεσία: Δέσποινα Σαραφείδου- Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Κοστούμι: Λουκία Μινέτου
Μουσική επιμέλεια: Βασίλης Τσόνογλου
Φωτογραφίες: Δημήτρης Γερακίτης
Μέχρι 16 Απριλίου 2011
Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00
Μπαρ Άνθρωπος
Μεγ. Αλεξάνδρου και Γιατράκου 19

*στη φωτογραφία ο Σέρχιο Μπλάνκο σε αυθόρμητο στιγμιότυπο με την Κασσάνδρα, Δέσποινα Σαραφείδου.

Το Loplop του Δημήτρη Τάταρη στην K-Art,από 31/3


Εγκαίνια: Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Διάρκεια: 31.03.11 - 14.05.11





Η αίθουσα τέχνης K-art παρουσιάζει τη δεύτερη ατομική έκθεση του εικαστικού καλλιτέχνη Δημήτρη Τάταρη με τίτλο Loplop, το πουλί-χαρακτήρας που δημιούργησε η φαντασία του Μαξ Ερνστ.

Ο Δημήτρης Τάταρης θα παρουσιάσει τα τελευταία του έργα, ποικίλων διαστάσεων, όλα μελάνι σε χαρτί.

Ο Χριστόφορος Μαρίνος σε κείμενό του για την έκθεση αναφέρει:
Στη νέα του σειρά έργων, με τον γενικό τίτλο Loplop, ο Δημήτρης Τάταρης οραματίζεται τον εαυτό του σε στιγμές αιχμαλωσίας και εγκλεισμού. Τα σχέδιά του, παρουσιασμένα υπό μορφή εγκατάστασης, δημιουργούν έναν περίφρακτο χώρο που ανατρέπει την αρχική μας εντύπωση και θέαση: ποιος τελικά βρίσκεται μέσα στο κλουβί, η εικόνα του καλλιτέχνη ή το καθρέφτισμα του θεατή; Στη σκιά των πουλιών, η κυριολεξία υποχωρεί έναντι της ανάγκης για επικοινωνία και η έννοια της επανάληψης, δηλαδή του χρόνου, πλαισιώνει ιδανικά τη δυστυχία του ανθρώπου. Πράγματι, εκεί όπου - για να θυμηθούμε και τον Γκόγια- ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα, η απειλή θα μπορούσε να ισοδυναμεί με προστασία, ο φόβος με επιφώτιση και έκσταση, η έλλειψη κυριαρχίας με γαλήνια ηρεμία. Ή μήπως η απάντηση στο εναγώνιο και συνάμα επίκαιρο ερώτημα του Τάταρη εντοπίζεται στην Τρέλα της ημέρας; «Είχα δεχτεί να αφεθώ στον εγκλεισμό. Προσωρινά, μου έλεγαν. Εντάξει, προσωρινά! Τις ώρες που μας έβγαζαν στο ύπαιθρο, ένας άλλος τρόφιμος, γέρος με λευκή γενειάδα, σκαρφάλωνε στους ώμους μου και χειρονομούσε πάνω απ’ το κεφάλι μου. Του έλεγα: “Ο Τολστόι είσαι;” Αυτή ήταν η αιτία που ο γιατρός με θεωρούσε εντελώς τρελό»*.

Την ίδια περίοδο ο Δημήτρης Τάταρης θα συμμετέχει στην έκθεση "I fought the X and the X won" στο National Museum of Arts, Cluj-Napoca, Ρουμανία, η οποία θα μεταφερθεί τον Ιούλιο στο National Museum of Fine Arts στη Μάλτα.

*Maurice Blanchot, Η τρέλα της ημέρας, μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, Εκδόσεις Άγρα 1984, σ.29.

K-Art
Σίνα 54, 211-401-3877
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Παρασκευή 12-8μμ, Σάββατο 11-2μμ, Κυριακή & Δευτέρα κλειστά

24.3.11

Υπάρχουν δίαιτες και δίαιτες...

Πόσους τρόπους ζωής μπορεί να έχει κάποιος; Και αν αυτός ο κάποιος είναι ο Χ, τι βλέπουμε μέσα και πίσω από αυτό το Χ; Πρόκειται για τον πιο χαρακτηριστικό οπτικό ιδεότυπο που υπακούει στην ιδέα της ανθρώπινης επικοινωνίας. Και τούτο, διότι εξ’ αφορμής της μορφής του, βλέπουμε και συνειδητοποιούμε τη διασταύρωση των προσώπων. Στην πόλη, τα ενδεχόμενα μιας διασταύρωσης, με αντίπαλη θέση, αυξάνονται και «ιθύνονται». Για την ανταπάντηση. Για μια άλλη εκδοχή. Για το chiasm – χάσμα το ίδιο.

Στο μετρό, είναι δύο κυρίες «καθισμένες» διπλά, δηλαδή και από την ηλικία τους, 50 και βάλε. Τις έχει καθίσει ο χρόνος, καθώς δεν συζητούν, φλυαρούν. Ειδικές στα θέματα της τράπεζας, μιλούν απέναντί μου για αυτά τα οικονομικά της χώρας. Ξαφνικά, εκεί που είχαμε το ποδόσφαιρο, περάσαμε στο φλέγον θέμα της οικονομίας, όπου όλοι έχουν άποψη. Ώσπου, από την Ψωροκώσταινα –που ως «όνομα» κατάγεται από την εποχή του 1826, όταν έπρεπε να σωθεί το Μεσολόγγι αλλά φράγκα στο εθνικό ταμείο δεν υπήρχαν- οι δυο κυρίες, του κόσμου μας, έφτασαν στο θέμα ενός άμοιρου Γιάννη. Του συζύγου. Του Καλού παιδιού. Αυτόν βάζει να μαγειρεύει η γυναίκα του και της τα σκάει κιόλας. Αναρωτιέμαι, όταν ακούω τέτοια metro retro διηγήματα. Και πάντα πέφτω μέσα, για την αντίδραση της περιστασιακής κυρίας, που δεν τα κατάφερε να ταιριάξει με έναν ολόιδιο. Σύζυγο, βεβαίως, στο ζυγό των παραπόνων.

Οι κυρίες με έχουν κάνει να σκεφτώ, για μια ακόμη φορά, πόσο δίκιο έχω που αποφεύγω τις μετακινήσεις τις Κυριακές. Λιγότερα μάτια, λιγότερη βλακεία-κολακεία. Και περισσότερη επίγνωση, για τα κείμενα, στα καταφύγια της γνώσης με ένα φως διαγώνια του τοίχου. Όμως, καθώς σηκώνονται για να βγουν, στο Σύνταγμα, διαισθάνομαι ότι το έργο δεν τελείωσε. Διότι, ο κουτσομπόλης δεν είναι ακέραιο άτομο. Κάνει το κομμάτι του, επεμβαίνοντας στον απέναντι. Κάθομαι σταυροπόδι αλλά και οι διαστάσεις και οι καταστάσεις, μου το επιτρέπουν. Όμως, 16.01 πες, ακούγεται το σχόλιο, βέβαια να αλλάξει το σταυροπόδι…16.02, όχι, δεν αλλάζει, απαντώ κοιτώντας λοξά. Και μετά, 16.03, κάτι μου λέει, και ξαναλέω, δεν ήξερα να υποκλιθώ. Να μαζέψεις τα πόδια σου να περάσει ο κόσμος, 16.04, τέλος (οι δυο κουτσομπόλες, ο κόσμος ολάκερος, παρόλο που άλλος κανείς δεν είχε θέμα).

Τον Απρίλη η θάλασσα είναι κρύα, και αν το ρισκάρεις, αρπάζεις κάτι από το κρύο. Το προτιμώ αυτό, από το να βουτήξω και να είναι ζεστή. Σε αντιστοιχία με το κρύο της θάλασσας τον Απρίλη, η κρίση του άλλου, ακόμη και αν είναι διαφορετική από τη δική μας, είναι προτιμότερη της επιθυμίας μας για την κρίση του, αρκεί αυτός ο άλλος να είναι πιστός και συνεπής στην κρίση του. Από γενναιοδωρία και μόνο, ποιητής σημαίνει να δίνεσαι στον κόσμο. Και ακόμη και αν κάποιος αντιπαραθέσει την άλλη άποψη-εκδοχή, εντάξει. Του δίνεις τη δυνατότητα να υπάρξει. Να νιώσει δυνατός μιλώντας. Δεν είναι θέμα μόρφωσης. Είναι διαμόρφωσης. Συμβαίνει από το μετρό και φτάνει μέχρι τις αίθουσες των διαλέξεων.

Της έχουν καταλογίσει, ότι γλυκάθηκε από την εκδοτική επιτυχία της Athens Voice. Ότι έχει σπίτια ανά τον κόσμο. Εντάξει. Τελικά, όλα αυτά είναι άσχετα με το ένα και βασικό: τα άρθρα της. Στην Athens Voice, σήμερα, διάβασα το άρθρο της Σώτης Τριανταφύλλου «Γύρω από το Ισλάμ» και το βρήκα εξαιρετικό. Ας έχει και bateau-mousse στο Σηκουάνα και αερόστατο στην Τρίπολη. Τα κείμενά της έχουν ύφος.

Και κλείνοντας, υπάρχει κάποιος, ο Λυκόφρων ο Σκοτεινός, ένας Αλεξανδρινός ποιητής, που έγραψε την Κασσάνδρα ή Αλεξάνδρα, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2004, με εισαγωγή από τη Φανή Παιδή. Επειδή αυτός σκέφτηκε την αφαίρεση, των ονομάτων, είναι δύσκολο να μαντέψεις ποιος μιλάει κάθε φορά. Αντίστοιχα, αυτό το παράδειγμα χαρακτηρίζει το ελληνικό αμάλγαμα. Τη μάζα την ασυμμάζευτη, που μέσα της κινούμαστε όλοι, ακουμπάμε πότε απαλά και πότε με σπρωξιές τους διπλανούς μας, δεν γνωριζόμαστε, θα θέλαμε, ναι ίσως, μπορεί και όχι, εξαρτάται…αυτό είναι «δίαιτα», τρόπος ζωής. «Εξαρτάται, μου λες, εξαρτάται»… σε ένα έργο με τίτλο, οι τρεις δίαιτες και ο Γιάννης, ποια να ‘ναι η λύση για το τέλος;

23.3.11

Μήπως να πάμε για τα βραβεία Ορίτζιναλ;

Ώστε ο Κυνόδοντας που πήγε στα Όσκαρ δεν ήταν «ορίτζιναλ»; Σαν τη μπάλα στο γήπεδο που κελάηδησε τα μυστικά του ρευστού χρόνου και του ίδιου του ρευστού συγχρόνως; Κυκλοφόρησαν διάφορα, περί μίμησης και αντιγραφής. Ότι, αυτός ο «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου, μόλις και αργά μπήκε στα σπίτια της ελληνικής οικογένειας, με το «Πρώτο Θέμα», αλλά οφείλει μνεία «Στο Κάστρο της Αγνότητας». Θα έπρεπε να το αναφέρει. Η μεξικάνικη ταινία του Αρτούρο Ρίπσταϊν, έρχεται από το χρονοντούλαπο, για την ακρίβεια, από το 1973. Το ελληνικό δαιμόνιο σκαρφίζεται φήμες λες και πρέπει να καταργήσουμε τις μνήμες. Τσαφ. Μνήμη, εξαφάνισε την ιστορία, φάρμακο-φαρμάκι, προτού ανάψει ανορθόδοξο λαμπάκι-φήμη. Δεν έχεις ελπίδα, έχεις λεπίδα. Και απήλθαν του θαυμασμού, όσοι νόμισαν πως είχαν τις αποδείξεις. Ακόμη και αν ήταν έτσι, από παρθενογένεση, αλήθεια, τι προκύπτει στο σύμπαν; Σχετικά με το σύμπαν της τέχνης, μάλιστα, από τον Καταλανό Εουχένιο Ντ’ Ορς, έχει λεχθεί το παράδοξο περίφημο: «Ό,τι δεν είναι παράδοση είναι λογοκλοπή». Τον μνημονεύει ο αναψοκοκκινισμένος Λουίς Μπουνιουέλ, «Στην Τελευταία Πνοή» (Εξάντας, Αθήνα 1984 α’ έκδοση, 2005). Σε αυτόν μαθήτευσε ο σκηνοθέτης του Κάστρου της Αγνότητας, Ρίπσταϊν. Και έκτοτε έγινε η ταινία, που καθόλου δεν αντέγραψε ο Λάνθιμος. Λειτουργεί, διαφημιστικά και για προμόσιον, όμως, αυτή η προβολή του νέου επάνω στο παλιό και το παρωχημένο.

Στην προκειμένη περίπτωση, είναι δικό μας το αυθεντικό, το ακέραιο, το ιδιαίτερο. «Σουρεαλιστικό» -παντού πια εκτίθεται ο όρος- είναι το έργο του Κυνόδοντα. Όχι, το Κάστρο της Αγνότητας, που σε μερικές από τις σκηνές του, το επικό ξέσπασμα του πατέρα και της μητέρας, ψηλά στο μπαλκόνι, μας προκαλούν το γέλιο. Για την εποχή του, σαφώς, το θέμα του εγκλεισμού ενείχε μεγάλη σημασία. Όμως, πέρα από το κοινό θέμα, αυτό του εγκλεισμού, άλλα κοινά σημεία δεν εντοπίζονται. Αντίθετα, η μητέρα και ο πατέρας δεν είναι σύμμαχοι, της τρέλας, απέναντι στα παιδιά τους, όπως παρατηρείται στον Κυνόδοντα, αλλά η μητέρα παίρνει το μέρος των παιδιών. Κατ’ επέκταση, είναι η γυναίκα-θύμα και σκιά του άντρα. Καμία διασύνδεση με το σουρεαλισμό επομένως. Και κανένα γλωσσικό παιχνίδι, ούτε κατασκευής και αποσκευής, ούτε κυματισμού καν, όπου θα βλέπαμε τη γλώσσα να ξεβράζει τις λέξεις, σε περιβάλλοντα-νοητά ενδεχόμενα, για να τις ακούμε όπως ποτέ δεν θα τις είχαμε φανταστεί. Ενώ στον Κυνόδοντα, η ίδια η γλώσσα είναι χαμένη στη μετάφρασή της, μέσα σε ένα αέναο ταξίδι, όπου η λέξη-αποσκευή δεν έχει προορισμό, λόγω του εγκλεισμού των προσώπων, στο Κάστρο της Αγνότητας, το τοπίο είναι ξεκάθαρο.

Ούτε το «κλειστοφοβικό», στην τέχνη, ισχύει. Ισχύει η αίσθηση, μιας φωτοσκίασης που αλλάζει τον τρόπο να βλέπεις και να αφουγκράζεσαι τα αντικείμενα. Παρεμπιπτόντως, στον Κυνόδοντα, τα πάντα ήταν μέσα στο λευκό. Υπήρχε η αίσθηση της φωτεινότητας, της απόλυτης τρέλας-κατασκευής, στην οποία το άτομο βρισκόταν υπό εγκλεισμό, όχι μόνο για να αποδοθεί η έννοια της μεταδόσιμης εξουσίας και του ελέγχου, από τους γονείς στα παιδιά και από παιδί σε παιδί, αλλά κυρίως για να τονιστεί η αρχή της διαφοράς εν γένει. Καθώς η διαφορά υπάρχει και είναι αυθύπαρκτη χωρίς την επιθυμία να μειωθεί σε διαφορά ιδιότητας και άρα, σε αιτία σωφρονισμού. Επίσης, στο Κάστρο της Αγνότητας, η μητέρα παίζει, άρα συμμετέχει με τα παιδιά στο παιχνίδι, αντί να τα χρονομετρεί απλώς και να τα παρατηρεί. Αυτά τα παιδιά – ο Μέλλον, η Ουτοπία και η Θέληση- του Ρίπσταϊν δηλώνουν ανυπάκουα: αφορμής δοθείσης, όταν η μεγάλη κόρη γράφει το γράμμα, υποθετικά απευθυνόμενη στα όργανα της τάξης για να τη σώσουν από την άρρωστα οργανωμένη ζωή τους. Στον Κυνόδοντα, αντίθετα, ξέρουμε ότι τα παιδιά-μικροί ενήλικες είναι πεπεισμένα για αυτό που συμβαίνει και την ορθότητά του, χωρίς να καταβάλουν προσπάθεια να φύγουν. Το αεροπλανάκι πρέπει να το μαζέψει ο πατέρας. Κανείς δεν φεύγει έξω από τα όρια του φράκτη. Ώστε, η μνησικακία, μια άλλη παράμετρος άθικτη ως αυτό το σημείο, επιβάλλεται να ρίξει φως στον τρόπο με τον οποίο συντηρεί τη μαλθακότητα και την αδράνεια, και διά αυτών επίσης συντηρείται. Στο Κάστρο της Αγνότητας, το ηθικό βάρος περιγράφεται μόνο. Το παράλογο δεν είναι το διαφωτιστικό, αλλά το εκφραστικό μέσο για το τέλος, στον άξονα της ταινίας. Άραγε, αν δεν μάθαινα για το στόρι της δήθεν αντιγραφής, δεν νομίζω ότι θα πρόσεχα με ενδιαφέρον αυτήν την ταινία. Ο Κυνόδοντας πρέπει να πάρει δικαιώματα και ο Λάνθιμος να ζητήσει και τα ρέστα. Από τους Ελληναράδες που διαψεύδουν αυτό που δεν καταλαβαίνουν. Τον ίδιο το δημιουργό μέσα τους.

22.3.11

ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Απόπειρα

Κρατώ τετράδια στα γόνατά μου, πόσα απάγκιο στη λήθη βρήκαν
Είμαι από μνήμη που χάνει βίδες, ακόμη επιζώ με τα βιβλία
Πώς σφυρίζει όλος αυτός ο χρόνος, πάνω σε κόκαλα κείμενα ήδη
Βιδώνω τύπους ρημάτων σε χρόνους, σαν τα πορφυρά φεγγάρια του μυαλού
Γράφουν με τα δικά τους φαντάσματα, απ’ το δείκτη των λεπτών στο άγραφο
Στις κενές γραμμές το παρόν σφαλίζω, τη μνήμη έχω ξανά απέναντι
Γιατί το μυαλό γονατίζει εδώ, πυρετούς άλλους πάλι αναζητώ
Όμως επιμένει να επιστρέφει, μέσα στην πορφύρα η Κάρμεν πενθεί
Αυτό που άλλαξε αφετηρία, μπροστά του πάντα σκοντάφτω στα ίδια
Η θάλασσα με βλέπει από κάπου, ο αέρας τώρα πια διαφέρει
Την άνοιξη της ζωής μου προτιμάς, εσύ τσιγγάνα ψυχή που αγαπάς
Απόπειρα τολμώ μέσα σε όλα, τριγύρω τετράδια σκόρπια μόνο
Αλλά ψηλά εσύ εισπνέεις βαθιά, πάνω από εμπόδια της στιγμής
Όλα από τραγούδι πλάνα ρόδα, που ανεμίζουν, μυρίζουν, τα βλέπω
Άλλα ρολόγια να μην κρύβουν αίμα, το λίπος της ώρας θέλω να διώξω
Μακριά από τον παλμό του κορμιού, ορμητικά το περιστεράκι να
Μια Palma – παλάμη- Paloma- Alma, από τη γη των Φοινίκων έρχομαι
Παλάμες τα φύλλα τους που χαιρετούν, γιατί να μην είναι η απόπειρα
Ένας άλλος τρόπος να συμμετέχεις, με τα πολλά λίγα να ξεβιδώνεις