28.3.11

Και η Κασσάνδρα το είπε: that’s all folks!...

Η δική μου 25η Μαρτίου, φέτος, δεν θύμιζε σε τίποτε επικές εποχές του άγχους πριν από την παρέλαση και μετά, μιας απελευθερωτικής βιασύνης, να πετάξω, από πάνω μου, τη μπλε μελαγχολική φούστα με το φαρδύ λευκό βαμβακερό, για να επιστρέψω στη γνήσια πιτζάμα μου. Ο ύπνος δεν μας πρόδωσε ποτέ, πόσο μάλλον, φέτος, που ζητούσαμε ένα «Ναι» από τους Γερμανούς και τη Μέρκελ, τώρα που ο Σόκρατες της Πορτογαλίας ήπιε το δαιμόνιο, κατάπιε το φαρμάκι της παραίτησης και ζητείται, για τη διάσωση του ευρώ, ένας καλός Ευρωζώνιος μαραθωνοδρόμος. Ψάξε, που να σώσεις, δεν θα τον βρεις. Κοιμήθηκα, λοιπόν, και βρήκα την ησυχία μου. Μόνο προς το βράδυ, εννιά και δέκα, με τα δαχτυλίδια μου, άρχισα να ομαδοποιούμαι και να ψάχνω, αισιόδοξα, μια θέση στο Μπαρ «Άνθρωπος», Γιατράκου 19 και Μεγ. Αλεξάνδρου, στο Μεταξουργείο. Επιτέλους καλά με τον εαυτό μου, που τήρησα την υπόσχεσή μου, -κυρίως για τον Σέρχιο-, χαιρετώ μερικούς από τους συμμαθητές της τελευταίας εβδομάδας, που βλέπω, και παίρνω θέση για την «Κασσάνδρα» του Sergio Blanco. Δεξιά μου, ακόμη το ηχείο βγάζει μουσική και μέσα στο θόρυβο της αναζήτησης, βρίσκω τον δάσκαλό μας με τους συμμαθητές, που δεν είχα δει κάτι λεπτά νωρίτερα. Σε αυτό το σεμινάριο, κατέληξα ότι δεν υπάρχουν συμπτώσεις. Πρόσωπα του πίσω χρόνου επανήλθαν και, από στιγμιότυπα συγκεχυμένα, μεταμορφώθηκαν σε σημασιακούς άλλους. Πεταλούδες του χάους και της τρέλας. Υπάρχει χαμένος χρόνος, λοιπόν. Και απόσταση ανάμεσα.

Μέσα από την καθημερινή επαφή, στο σεμινάριο του I.T.I, για την αποδόμηση του διαλόγου με τον Σέρχιο Μπλάνκο, νιώθω ότι δεν γνώρισα μόνο έναν πολύ καλό δάσκαλο, αλλά κυρίως η ζωή μου εμπλουτίστηκε με ένα νέο πρόσωπο. Ευφυΐας και ειλικρίνειας την ίδια στιγμή. Που δουλεύει με εφήβους, 14-15 ετών, και θεωρεί τόσο άδικο όσο και λανθασμένο τον χαρακτηρισμό «alumno» ή «alunno». Όποιου του λείπει το φως, δεν είναι μαθητής. Αντίθετα. Ο Σέρχιο θεωρεί ισάξιους και άρα, εξυπνότερους τους εφήβους, με τους οποίους δουλεύει και συνεργάζεται στο Παρίσι. Την προσέγγισή του, σχετικά με ποιον τρόπο πρέπει ο μονόλογος να αντιμετωπίζεται, διαπίστωσα με μεγάλη μου χαρά, στην ωριαία περίπου παράσταση της Κασσάνδρας. Ο εξαερισμός σταματά, οι γόπες σβήνουν, το έργο αρχίζει. «cigarettes you want? Cigarettes…». Η Κασσάνδρα ρωτά τον πρώτο θαμώνα. Είναι ο συγγραφέας αυτοπροσώπως. Ή ο συγγραφέας μπεκρής, αν προτιμάτε.

Η Κασσάνδρα στο μπαρ, με την μάσκα του Bugs Bunny, νομίζω ότι είναι η καλύτερη στιγμή της Δέσποινας Σαραφείδου. Σε σκηνοθεσία δική της και της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου, η Κασσάνδρα με τα «αλλοδαπίστικα» αγγλικά –English for a fish-, κυοφορεί μια μπαρόβια φρεσκάδα, χωρίς να χάνει τη λεπτή γραμμή ισορροπίας, ανάμεσα σε χιούμορ και ειρωνεία, μύθο και ιστορία. Αυτή η Κασσάνδρα, που κάποτε ήταν αγόρι, έχει την πετσέτα του Bugs Bunny, αποκόμματα από περιοδικά, βάφει τα νύχια της, δαγκώνει το σώμα της. Και προσπαθεί να σαγηνεύσει, ρωτώντας για αυτό που επιθυμεί να ακούσει. Στην αρχή, με τα τσιγάρα της, προς το τέλος με την ενέργεια να αποκτά μια πιο εσωστρεφή κατεύθυνση. Στα δίχτυα του έρωτα για τον Αγαμέμνονα, μισώντας τον για την Κλυταιμνήστρα, αλλά και ζώντας από το σώμα της, για να συντηρηθεί οικονομικά. Όλα αυτά, συμβαίνουν μέσα σε ένα φυσικό σκηνικό, που θυμίζει περισσότερο κοινότητα παρά κοινωνία. Είναι μια περισσότερο φυσική θέληση, που ωθεί την Κασσάνδρα, προς τον Άνθρωπο, στο μπαρ Άνθρωπος, παρά μια λογική θέληση. Δεν είναι τίποτε επιτηδευμένο, ούτε φορτωμένο. Αντίθετα, όλοι ζούμε για ένα comic whiskey show, και θέλουμε να πιστέψουμε σε κάτι θετικό, αλλά χωρίς να μας ειπωθεί το παραμύθι, ότι είναι άλλος ο καλός και άλλος ο κακός.

Η Κασσάνδρα, που παραπονιέται ότι ούτε ο Ευριπίδης ούτε ο Σοφοκλής, της αφιέρωσαν από ένα έργο, είναι ένας «παραπονετικός λόγος» του ίδιου του Σέρχιο Μπλάνκο, στην απόπειρα να εγκαταστήσει νέους θεούς και δαίμονες, αναφορικά προς το «εγώ», στις ζωές μας, να δώσει υπόσταση σε νέους πυρήνες γραμμάτων, όπου όλα και όλοι αφορούν το θέατρο, πόσο μάλλον οι μετανάστες, οι άστεγοι, οι άνθρωποι με τα χαρτόκουτα. Αρκεί, να μη θαμπωθούμε από το λογικό φως, των δικών μας προκαταλήψεων, με κίνδυνο να μη μπούμε στο δικό τους φυσικό φως. Ο Σέρχιο με την Κασσάνδρα του, υπονοεί ότι η αλήθεια είναι το μέλι του ουρανού. Τα πράγματα είναι απλά, όπως όταν μαθαίνεις μια γλώσσα αργοπορημένα, και πέφτεις επάνω στη φράση «έλα λαγέ, γέλα». Δεν είναι τυχαίο που αναγνώρισα το «έλα λαγέ, γέλα», σε κείμενο της γραφής Braille. Ο Μπλάνκο βλέπει μέσα από συνδυασμούς και κουκκίδες πραγμάτων. Αυτό, το εκτυφλωτικό, που ζει με τους μαθητές του, είναι παρόν στα έργα του. Δεν υπάρχει ο τέταρτος τοίχος, ο ηθοποιός δεν είναι μόνος επί σκηνής, υπάρχει ένας θεατρικός άξονας. Και φυσικά, ο μονόλογος συνηγορεί στη δράση, ακόμη και όταν εκφέρεται ως μια έλλειψη δράσης. Πρέπει να επινοηθούν τα σημεία, απλώς, και ύστερα να ταιριάξουν μεταξύ τους, προκαλώντας το σύνολο. Έχω την αίσθηση ότι το σύνολο, των σημείων, υπηρετεί μιαν «αμβλεία έννοια», στην οποία τοποθετήθηκε ο Ρ. Μπαρτ, και εκλάμβανε το σημαίνον αυτούσιο, χωρίς σημαινόμενο. Έτσι πηγαία, μας έρχονται οι εικόνες από το κείμενό του, οι οποίες δρουν ανταγωνιστικά αλλά προπαντός δεν είναι αντίμαχες, η μία της άλλης. Χαρά μας μεγάλη που αρέσει η Αθήνα στο Σέρχιο και θα έρθει ξανά σύντομα. That’s all folks!

Συντελεστές:
Ερμηνεία: Δέσποινα Σαραφείδου
Σκηνοθεσία: Δέσποινα Σαραφείδου- Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Κοστούμι: Λουκία Μινέτου
Μουσική επιμέλεια: Βασίλης Τσόνογλου
Φωτογραφίες: Δημήτρης Γερακίτης
Μέχρι 16 Απριλίου 2011
Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00
Μπαρ Άνθρωπος
Μεγ. Αλεξάνδρου και Γιατράκου 19

*στη φωτογραφία ο Σέρχιο Μπλάνκο σε αυθόρμητο στιγμιότυπο με την Κασσάνδρα, Δέσποινα Σαραφείδου.

No comments: