28.5.09

Η διαλεκτική του βλέπειν: Παντού άρχει ένας δύσκολος ύπνος

Η διαλεκτική του βλέπειν

Από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

‘‘Δεν θα μπορέσει κανείς

Να πει ότι έκανα τα πράγματα

Εύκολα για τον εαυτό μου’’.

Β.Μ.

(Επιστολή προς τον Σόλεμ, 30.01.1928)






Passagen-Werk (“Σχέδιο Εργασίας περί Στοών’’)

ή να δεχόμαστε την απο-περι-πλάνηση;


Πώς ένα αφήγημα νομιμοποιείται ώστε να ενταχτεί σε μια σειρά φιλοσοφίας; Όταν η αναφορά σε τεκμηριωμένα στοιχεία από διάφορες πηγές, μεταξύ των οποίων είναι και επιστολές, δείχνει -παράλληλα προς τη φιλοσοφική- και τη λογοτεχνική αξία του έργου, τότε αυτές οι δύο διαφορετικές προσεγγίσεις τι είδους σχέση συνάπτουν με κοινό άξονα την αλήθεια; Ενώ η μάχη για τη φιλοσοφία οξύνεται, μέσα από την αλληλοδιαδοχή των στοχασμών απέναντι και προς την αναζήτηση του δικαίου και της αλήθειας, στη λογοτεχνία παρατηρούμε ότι, μέσα στα πλαίσια μιας πιο ελεύθερης γραφής, η ύπαρξη του στοιχείου της αποσπασματικότητας δικαιώνεται ή/και αποθεώνεται, εφόσον τοποθετείται μέσα στην αλήθεια, ιδωμένο ως ένα φωτεινό απόθεμα αλήθειας ή απόφθεγμα. Γιατί πώς θα οριζόταν το απόφθεγμα χωρίς την αναγκαία αναφορά τόσο στη θραυσματική συλλεκτικότητα-ασυνεκτικότητα του παρελθόντος όσο και στις εξαγγελίες της γενικής αρχής, άρα, στα απόλυτα θραύσματα της παρελθοντικής αφηγηματικότητας;

Ώστε, δεν θα ήταν άδικο για τους αγώνες της διαλεκτικής περί δικαίου να εκλάβουμε αυτό το στεφανωτό δεσμό φιλοσοφίας και λογοτεχνίας ως την αμοιβαία αρχιτεκτονική για τη στοά του παρελθόντος και του μέλλοντος. Εμπρός να διερευνήσουμε τη δομή της σχέσης που προκύπτει ανάμεσα στη γραφή και το χώρο: ενοικούμε το σήμερα, ως συλλέκτες-πλάνητες, χωρίς την ανάληψη της οριστικής ευθύνης να στρατοπεδεύσουμε σε ένα σημείο και να δοθεί τέλος στο χρονικό της μάχιμης από-περιπλάνησης. Απομακρυνόμαστε από το οικείο καθεστώς του δρόμου για να χαθούμε στα μυστήρια μιας στοάς, όπως αναζητούμε νέες λέξεις στη γλώσσα, δίνοντας λαβή σε νεολογισμούς, άρα, προσδίδοντας στη γλώσσα μια πολιτική διάσταση.

Στη διαλεκτική του βλέπειν, Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το Σχέδιο Εργασίας περί Στοών, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, η συγγραφέας Σούζαν Μπακ Μορς μελετά τις χρονικές και χωρικές καταβολές της φιλοσοφίας του Μπένγιαμιν, χτυπώντας την κερκόπορτα ενός πνεύματος-πρωτοστάτη, σήμερα, σε μεταμοντέρνες αναλύσεις και ξεχορταριάζοντας τις σημειώσεις του για πόλεις-ορόσημα αρχιτεκτονικής: σημειώσεις για τη Νάπολη, τη Μόσχα, το Παρίσι, το Βερολίνο. Όλο αυτό, από την πλευρά της συγγραφέως Susan Buck-Morss δε μοιάζει με ένα καπρίτσιο του ματιού να ανταμώσει το φως μέσα από ένα φεγγίτη;

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μπένγιαμιν αφοσιώθηκε στο Passagen-Werk (“Σχέδιο Εργασίας περί Στοών’’) από το 1927 και εξόριστος το 1934, εγκατέλειψε τον πρώτο τίτλο του βιβλίου Μια διαλεκτική σκηνή παραμυθιού, επειδή, εκ των υστέρων, τον αξιολόγησε ως ‘‘απερίγραπτα ποιητικό’’ (σελ. 76). Για λόγους που είναι γνωστοί από την ιστορία, -αυτοκτόνησε το 1940, μην μπορώντας να διαφύγει από τη Γαλλία,- ο Εβραίος διανοητής, γεννημένος στις 15.07.1892, δεν ολοκλήρωσε το Σχέδιο Εργασίας περί Στοών, αλλά καθιερώθηκε μεταξύ των κορυφαίων της παγκόσμιας σκέψης, επειδή, όπως η Susan Buck-Morss ισχυρίζεται, ‘‘επεδίωξε να δομήσει μια φιλοσοφία από την ιστορία ή να αναδομήσει το ιστορικό υλικό ως φιλοσοφία’’ (σελ. 84) και όχι να δομήσει ‘‘μια φιλοσοφία της ιστορίας’’. Σε αυτήν την επιδίωξη της προσωπικής εμπλοκής επί των πραγμάτων, υπεισέρχεται και το γεγονός ότι απέδιδε στη σημασία της γλώσσας μια δύναμη ανάλογη, την αντανάκλαση της οποίας βλέπουμε στη ρήση του Μπλοχ, ότι ο ‘‘Μπένγιαμιν λειτουργούσε ως εάν ο κόσμος ήταν γλώσσα’’ (σελ. 21).

Στο βιβλίο, η Susan Buck-Morss ενθέτει αποσπάσματα από διάφορες επιστολές του Μπένγιαμιν: προς την ερωμένη του, Άσια Λάτσις, τον Αντόρνο και τον Σόλεμ. Ώστε, στόχος της είναι, όπως η ίδια επισημαίνει στην εισαγωγή του δεύτερου μέρους του βιβλίου (σελ. 73),να ενημερώσει τον αναγνώστη για τη φύση των ποικίλων, ιστορικών βιωμάτων του Μπένγιαμιν. Αντιλαμβανόμαστε, οπότε, τις επιρροές του Μπένγιαμιν, βάσει των οποίων η ζωή και το έργο του ερμηνεύονται κατά περιόδους, και υπάγονται σε τρία, εξελικτικά, οιωνεί διαλεκτικά στάδια (σελ.7). Στο πρώτο στάδιο, που ξεκινά από το 1924, η φιλία με τον Γκέρσομ Σόλεμ έχει την πρωτοκαθεδρία, ώστε αυτό το στάδιο να χαρακτηρίζεται ως μεταφυσικό-θεολογικό. Το δεύτερο στάδιο αναφέρεται στην μαρξιστική, υλιστική πλευρά του Μπένγιαμιν, όταν βρισκόταν υπό την επήρεια του Μπέρτολτ Μπρεχτ και το τρίτο στάδιο, κατά το οποίο αναπτύχθηκε η στενή, πνευματική σχέση με τον Τέοντορ Αντόρνο, έγκειται σε μια στάση σύνθεσης των δύο προηγουμένων, μέσω της διασταύρωσης και της αναθεώρησης των βιωμένων, αντιφατικών εμπειριών.

Συνολικά, το βιβλίο απαρτίζεται από 3 μέρη και 9 κεφάλαια. Διαπιστώνεται ότι, για όποιον επιθυμεί εκ νέου την περι-συλλογή όσον αφορά στις θέσεις του Benjamin, αυτό το βιβλίο είναι σημαντικό. Και τούτο, διότι, μέσω μιας ενδελεχούς ανάγνωσης, μπορούμε να αντιληφθούμε και το ευρύτερο κλίμα της εποχής, το οποίο έχει αποκρυσταλλωθεί: από τα σκίτσα υπερρεαλιστικών εντάσεων του Γκρανβίλ μέχρι τους στίχους ποιημάτων του Μπωντλαίρ. Βλέπουμε ότι ο Μπένγιαμιν εφάρμοσε τις θεωρητικές κρίσεις του για την αλληγορία στα ποιήματα του Μπωντλαίρ, ώστε, όπως και η συγγραφέας γράφει στο βιβλίο (σελ. 87), ‘‘αντιμετώπισε την ποίηση του Μπωντλαίρ ως κοινωνικό και όχι ως λογοτεχνικό αντικείμενο’’.

Επίσης, ο Μπένγιαμιν ενέταξε τόσο το φετίχ όσο και το απολίθωμα στα αντικείμενα της μελέτης του για να συνδέσει ξανά τη φύση με το μύθο και την ιστορία. Ώστε, αν πρέπει να διαμορφώσουμε άποψη για τις στοές, αν κληθούμε να δοκιμάσουμε την αντοχή τους στο χρόνο, τότε θα είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στο υλικό του Μπένγιαμιν. Σε κάθε μεταμοντέρνα διαμάχη, δεν μπορούμε παρά να ανατρέξουμε σε εκείνον. Με αφορμή τον ‘‘ονειρικό κόσμο του μαζικού πολιτισμού’’, το κεφάλαιο 8 του βιβλίου, που θίγει διάφορα επίκαιρα ζητήματα, όπως αυτό για το θεραπευτικό δυναμικό του φιλμ (σελ 415), διαπιστώνουμε ότι ο εξαφανισθείς Μπένγιαμιν είναι ακόμη εδώ. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, εφόσον το προσωπικό διέπεται από το συλλογικό; Εφόσον η εξελικτική πορεία της σκέψης προϋποθέτει τη σκέψη του Μπένγιαμιν; Παντού άρχει ένας δύσκολος ύπνος λοιπόν. Παντού υπάρχει το ‘‘ασύνειδο’’ – ο κόντρα χρόνος- που επιδιώκει να μας υπνωτίζει από το πραγματικό. Ίσως, να είναι και για το καλό μας.

Τη μετάφραση του βιβλίου έχει εκπονήσει ο Μανόλης Αθανασάκης, ενώ η επιστημονική επιμέλεια και ο πρόλογος είναι διά χειρός Αριστείδη Μπαλτά. Αξίζει συγχαρητήρια η επιλογή του εκδότη των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης, κ. Τραχανά, ο οποίος πρόσφατα βραβεύτηκε από το Διαβάζω (4.05.09) για τη συνολική προσφορά του, Η διαλεκτική του βλέπειν, Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το Σχέδιο Εργασίας περί Στοών να εκδοθεί και στα ελληνικά.

Susan Buck-Morss Η διαλεκτική του βλέπειν, Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το Σχέδιο Εργασίας περί Στοών, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009

Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

Ηράκλειο Κρήτης, Τ.Θ. 1385

Τηλ. 2810-391097

Fax: 2810- 391085

www.cup.gr

info@cup.gr

http://www.cup.gr/ViewShopProduct.aspx?ProductId=279677&LangId=1

Για τη συγγραφέα-‘‘συλλέκτρια’’ Susan Buck-Morss

http://falcon.arts.cornell.edu/sbm5/Buck-Morss.html

1 comment:

χαρούμενος μηδενιστής said...

Καλημερίζω με μια πολύ ευχάριστη αίσθηση (έχω πρόσφατα αναγνώσει&την εξαιρετική μετάφραση αυτού του σπουδαίου έργου) για το πολύ όμορφο αυτό σχόλιό σου, Αντιγόνη!
Να είσαι καλά,
Θάνος